Οι Στίχοι του ποιήματος " ΝΟΕΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΣ ΒΑΧΛΙΑΣ ΤΑ ΛΗΜΕΡΙΑ" της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη, γράφτηκαν το Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2023 . Είναι δημιούργημα έμπνευσης από το συγγραφικό έργο κι απ' όλη την διαδρομή της ζωής του Γιώργου Ι. Μποτή.
*********
A JOURNEY OF THE
MIND TO VACHLIA'S HAUNTS by Maria Kolovou Roumelioti
*************
The verses of the
poem "A Mental Journey to the Haunts of Vachlia" by Maria
Kolovou-Roumelioti were written on Saturday, January 7, 2023. They were
inspired by the literary work and the life journey of Giorgos I. Botis.
Ο Charalampos Panoutsakopoulos έγραψε: Τι υπέροχο ταξίδι στις αθώες πατρίδες της ψυχής! Ένα ποίημα που δεν διαβάζεται απλώς, αλλά το αισθάνεσαι να σε αγγίζει βαθιά, να σε γυρίζει πίσω στον χρόνο, εκεί όπου οι ρίζες του ανθρώπου ποτίζονται με αγάπη, πίστη, απλότητα και μνήμες ανεξίτηλες.
Θερμά συγχαρητήρια για αυτό το πολύτιμο
κατάθεμα ψυχής. Ένα ποίημα που δεν μιλά μόνο για όσα πέρασαν, αλλά μας θυμίζει
με γλυκιά συγκίνηση όσα αξίζει να κρατήσουμε ζωντανά για πάντα. Γιατί όσο
υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται με τόση αγάπη και γράφουν με τόση ευαισθησία, ο
πλάτανος της μνήμης θα συνεχίζει να απλώνει τη σκιά του πάνω από τις καρδιές
μας.
Charalampos Panoutsakopoulos: Ν’ ανέβαινα στα Συλιβιά της Βάχλιας.
Ν’ ανέβαινα στα Συλιβιά, στα Γούπατα της
Βάχλιας, εκεί που σμίγει ο ουρανός με τις κορφές του Βεσινιού, της
Ξηροκαρύταινας τις λάκκες, στα Αφροδίσια τα βουνά, με τις ατέλειωτες πλαγιές, με
τις βαθιές τις λαγκαδιές και των γιδιών τις στράτες..
Να
παίρνω δρόμο ανηφορικό, να με χτυπά τ’ αγέρι, να μοσχοβολά η ρίγανη, γλυκά να
μου τραγουδά το θρόισμα της φτέρης, να κελαηδούνε τα πουλιά μες στων Μπαρμπών
τα κλώνια, κι ο νους να ταξιδεύει στ΄ αλλοτινά μου χρόνια.
Να σμίγω με τα βοσκόπουλα, με τις μικρές
βοσκούλες, με τα τραγούδια τα παλιά και τις γλυκές κουβέντες, να κάθομαι στων
δενδρών τον ίσκιο, κοντά σε κάποια βρυσούλα, να κελαρύζει το νερό, και να κτυπά
γλυκά -γλυκά της κόρης η καρδούλα
Να εύρισκα τον Γιαννακορόγιανννη, τον
Μπέργιο, και τον Βρίλια, να πιάναμε κουβέντα, σαν να ’ταν χθες κι όχι παλιά, να
λέγαμε για τα χρόνια εκείνα, που φύγανε σαν τα πουλιά, για γλέντια, και για
ντέρτια για τις που ανθίζαν σαν του ‘Πριλιού τα κρίνα.
Να σεργιανούμε αμέριμνοι στις φτωχικές τις
ρούγες, στα πετροχτισμένα τα χωριά, στις ανηφοριές, στις στρούγκες, να πάμε
εκεί που οι πέτρες που καθόμασταν και μας κρατούν την αύρα, και που τα δένδρα
σβήνανε του έρωτα την λαύρα..
Κι αν έπεφτε το δειλινό στις ράχες των
βουνών μας, αχ, να μπορούσα μια φορά τα χρόνια να γυρίσω, στης Γορτυνιάς τα
μέρη, να γίνω πάλι ένα παιδί, λεύτερο σαν τ’ αγέρι, με μια φλογέρα το βράδυ
συντροφιά συντροφιά και την αυγή στο χέρι.
Γιατί
ο τόπος που αγαπάς δεν σβήνει, δεν πεθαίνει, ζει μες στα στήθη σου βαθιά, κι ο
χρόνος δεν τον παίρνει.
Τα Συλίβια, τα Αφροδίσια, η Βάχλια η
τιμημένη, είναι πατρίδα της καρδιάς, παντοτινά αγαπημένη, ν’ ανέβαινα στα
Συλιβιά, στα Γούπατα της Βάχλιας, να ξαναζήσω τα παλιά, στις όμορφες τις
στράτες…
Γιατί εκεί είναι οι ρίζες μου, εκεί τα
όνειρά μου, εκεί που άφησα παιδί ένα κομμάτι απ’ την καρδιά μου.






