ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ...για το ξεχωριστό βιβλίο της
φίλης συγγραφέως, Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη, "ΆΛΦΕΣ" (εκδ. ΤΟ
ΔΟΝΤΙ, Πάτρα 2016, σ. 227). Γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη
Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της Μαρίας Κολοβού -
Ρουμελιώτη με τον τίτλο «Άλφες» (εκδ. ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Πάτρα 2016, σ. 227), βρέθηκα
μπροστά σε μια λέξη που δεν γνώριζα! Άλφες! Τι να σήμαινε άραγε; Την απάντηση
τη βρήκα στο «Λαογραφικό σημειωματάριο» του βιβλίου, όπου στο σχετικό λήμμα
γράφει πως άλφες «ονόμαζαν οι αγράμματοι άνθρωποι τα βιβλία και οποιοδήποτε
φύλλο χαρτιού είχε πάνω του σημάδια γραφής»! Τι ωραία λέξη! Στ’ αλήθεια την
αγάπησα και θαύμασα γι’ άλλη μια φορά την ευρηματικότητα των λαϊκών ανθρώπων
που οι συνθήκες δεν τους επέτρεψαν να μάθουν γράμματα.
Η επιλογή της εν λόγω λέξης ως τίτλου του
μυθιστορήματος καθόλου τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, καθώς οι άνθρωποι που
κινούνται στις σελίδες του σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν με ό,τι συνεπάγεται
τούτο για το ήθος και τη δράση τους. Το μυθιστόρημα, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο
και διανθισμένο με διαλόγους, δίνει την αίσθηση πως η γράφουσα αναπαράγει μ’
έναν τρόπο προσωπικά βιώματα, τα οποία εξελίσσονται σε βαθιά ενδοσκόπηση, σ’
ένα ιδιότυπο, επώδυνο «γνώθι σαυτόν», το οποίο οδηγεί στην αποδοχή, στη
συγχώρεση, στο αντίκρισμα της ζωής κατά πρόσωπο και εν τέλει στην κατανόηση του
κόσμου με ό,τι καλό ή κακό κομίζει.
Η πρωταγωνίστρια, ανώνυμη, γράφει απευθυνόμενη στα
παιδιά της. Το κείμενό της αποτελεί μια ιδιότυπη κληρονομιά, σημαντική για την
ίδια, η οποία ελπίζει πως θα εκτιμηθεί και θ’ αποτελέσει ουσιαστικό δίαυλο
επικοινωνίας και γνωριμίας με κείνα. Έτσι, η προσωπική της αναζήτηση, η
προσπάθειά της δηλαδή ν’ ανιχνεύσει και να κατανοήσει τον εαυτό της και τον
κόσμο γύρω της, γίνεται ένα ιδιότυπο ταξίδι στη ζήση εκείνων που δίπλα τους
μεγάλωσε, αλλά και στη ζωή αυτή καθαυτή, με την καθημερινότητα, τα προβλήματα, τις
λύπες και τις χαρές, τα ήθη και τα έθιμα και γενικότερα τον βίο τής υπαίθρου
στα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα, η οποία, αν και μοιάζει μακρινή για
τον σύγχρονο αναγνώστη, έχει πολλά να του διδάξει.
Η δημιουργός, με χειμαρρώδη αφήγηση, που εξομολόγηση
θυμίζει, βυθίζεται σε πολλά δύσκολα της ζωής, συχνά «απόκρυφα», θέτοντας τη
γραφίδα της επί τον τύπο των ήλων. Και τούτο, διότι δεν έχει ως στόχο να
ωραιοποιήσει το παρελθόν, αν και στιγμές του νοσταλγεί η πρωταγωνίστρια, αλλά
επιθυμεί να το δει με την απόσταση του χρόνου, όσο βέβαια γίνεται να δεις έτσι
όσα σε έχουν βαθιά στιγματίσει κι έχουν εν πολλοίς καθορίσει τη βιωτή σου.
Και γράφει: «Είδαν πολλά τα μάτια μου κι άκουσαν τ’
αυτιά μου. Ένιωσα την αδικία να με χτυπά ως το κόκκαλο απ’ τα ίδια μου τα
αδέλφια. […] Γνώρισα αδέλφια που την αδικία του αδελφού έκαναν δίκιο δικό τους,
που τα όνειρά μου τα μετέτρεψαν σε εφιάλτες. Τέτοιους ανθρώπους συνάντησα στον
δρόμο μου. Στάθηκα και ρώτησα γιατί και η απάντηση που πήρα ήταν: «Θα σου
περάσει». […] Είδα την απληστία ολοζώντανη να μαζεύει κόπους αλλωνών και να
δροσίζεται με ξένο ιδρώτα, σίγουρη πως με τους ξένους θησαυρούς θα εκπλήρωνε ανεκπλήρωτα
όνειρα. Έπειτα την είδα βουτηγμένη στη μοναξιά και στη θλίψη να λιώνει λίγο
λίγο στη διαμαντένια φυλακή της. […] Συνάντησα ανθρώπους που έκαναν χαρά τους
την θλίψη και τον πόνο των συνανθρώπων τους. Να στήνουν χορό έξω απ’ το καλύβι
του πόνου. […] Ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με άτομα που άλλαζαν καθημερινά την
μάσκα του προσώπου τους ανάλογα με την περίσταση, πιστεύοντας πως οι άλλοι γύρω
τους δεν παίρνουν είδηση πως είναι μωροί. Τους είδα τέλος να στέκονται
εξόριστοι με απλωμένα χέρια προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας έλεος και κατανόηση
απ’ τα αόρατα φαντάσματά τους.» (σ. 217-218)
Η ανώνυμη πρωταγωνίστρια - πόσες γυναίκες δεν θα
ταυτιστούν μαζί της! - αφηγείται τη ζωή της, μιλάει γι’ αυτή με θάρρος, άλλοτε
την αντικρίζει έκπληκτη, άλλοτε συμπάσχει με πρόσωπα και γίνεται ένα με τα
αφηγούμενα γεγονότα κι άλλοτε στέκεται απέναντι σε όλα, τα θωρεί από απόσταση
και με αφορμή αυτά διατυπώνει τον δικό της τρόπο πρόσληψης της ζωής,
εκφράζοντας τις φιλοσοφικές αναζητήσεις της, οι οποίες, περνώντας από διάφορες
φάσεις, λειτουργούν εξιλεωτικά και λυτρωτικά.
Οι χαρακτήρες που διατρέχουν το μυθιστόρημα με τα
λόγια και τα έργα τους γίνονται μάρτυρες μιας εποχής, στην οποία οι δύσκολες,
σχεδόν αφόρητες, βιοτικές συνθήκες και τα κοινωνικά στερεότυπα καθίστανται
δυνάστες, οι οποίοι κατά περίπτωση μετατρέπονται σε αιτίες δημιουργικότητας,
προσωπικής καταπίεσης ή καταδυνάστευσης των άλλων. Παράλληλα, οι σκέψεις και τα
συναισθήματά τους, εκτός από φορείς ιδεών, εκφράζονται αρκετές φορές με
σκληρότητα, προερχόμενη ενίοτε από την περιρρέουσα κοινωνική συνθήκη, η οποία
εμποδίζει τους ανθρώπους, ειδικά τις γυναίκες, ν’ ανασάνουν, ενώ παράλληλα τις
υποχρεώνει να ζουν ισόβια τη μοίρα που τους γίνεται δεύτερο ρούχο και φυσικά
δεν διανοούνται πως μπορούν να την αλλάξουν.
Η πρωταγωνίστρια ή, καλύτερα, η Μαρία, γνωρίζοντας τη
ζωή τους από κοντά, συμπάσχει στο δράμα τους, οργίζεται με την εις βάρος τους
κοινωνική αδικία και προσδοκά πως θα έρθει η ώρα που θ’ αλλάξουν τα πράγματα,
ενώ θλίβεται αφόρητα για όσες γυναίκες έζησαν τη ζωή τους ερήμην σχεδόν του
εαυτού τους, πάντα ταγμένες στην υπηρεσία της οικογένειας και υφιστάμενες τα
κακώς κείμενα του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Σημαντική για τη ροή της αφήγησης είναι η διάνθισή της
με στίχους της δημιουργού ή της παράδοσης, καθώς αυτοί αλαφραίνουν το βάρος των
σκληρών συνήθως ανθρώπινων ημερών του μυθιστορήματος.
Φυσικά, θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφερθεί ο
εμβληματικός πίνακας της δημιουργού, ο οποίος κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου κι
έχει τον τίτλο, «Ατέρμονη πεζοπορία», όπως, άλλωστε, είναι και αυτή της ζωής!
Το εικαστικό έχει ως κεντρική μορφή μια γυναίκα που κουβαλά στην πλάτη ένα
παιδί, με τα σημαινόμενα να περιγράφουν εν πολλοίς με χρώματα την ουσία του
μύθου.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στο ξεχωριστό
μυθιστόρημα, «Άλφες», της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη, ας σημειωθεί πως παρά
τον πόνο που διατρέχει τις σελίδες του, το τέλος του είναι αισιόδοξο, καθώς η
δημιουργός του ομνύει στη δύναμη της Αγάπης: «Ας καλωσορίσουμε την Αγάπη να
διώξουμε μακριά τα μαύρα ξωτικά της μνήμης για να μην μας κλέψουν τη φωνή της
ψυχής. Ας χαιρετήσουμε τη φτώχεια και να την αγαπήσουμε. Ας χαιρετήσουμε το
δάκρυ και να το αγαπήσουμε. Ας χαιρετήσουμε την ελπίδα για να φέξει το φως ρου
ήλιου στο πρόσωπό μας!» (σ. 240).
Αγαπητή Μαρία, αγαπητή μου φίλη, σου εύχομαι από
καρδιάς το υπέροχο μυθιστόρημά σου, «Άλφες», να διαβαστεί, να ταξιδέψει σε
πολλές καρδιές και ν’ αγαπηθεί, διότι το αξίζει! Κι εγώ, πέραν άλλων πολλών,
κρατώ και τα ακόλουθα λόγια σου: «Γελάτε! Γελάτε με την καρδιά σας και να μην
αλλάξετε το γέλιο σας μ’ όλα τα πλούτη του κόσμου. Ούτε να μεταλλάξετε τα
δάκρυά σας. Όλα αυτά είναι το πρόσωπο της ζωής που θα σας φέρει κοντά στους
συνανθρώπους σας και θα σας διώξει τη μοναξιά. Το δάκρυ θα σας κάνει να αισθανθείτε
τους πονεμένους. Το γέλιο θα σας γεμίσει με τη χαρά της ζωής, με τη χαρά της
δικής σας ύπαρξης. Θα σας φορτώσει με ελπίδα. […]» (σ. 240).
30 Ιουλίου 2026
Παναγιώτα Π.Λάμπρη