ΙΝΔΙΆΝΙΚΟ ΧΩΡΙΟ
Το μαύρο νερό της πηγής
δάκρυ πένθιμο της Γης
που θρηνεί γονατιστή
σαν τη μάνα του ληστή
τα λαβωμένα τα κορμιά
τα καμένα τα σπαρτά
και την όξινη βροχή
στην κάνη του κατακτητή
Κίτρινο του κάκτου υγρό
αφιονίζει το στρατό
που κρατάει το ντουφέκι
και χτυπά μ’αστροπελέκι
τα ξυπόλητα παιδιά
τα γυμνόστηθα κορμιά
τ’ Αρχηγού την κεφαλή
το τοτέμ και τη φυλή
Το κόκκινο του δειλινού
άδικο αίμα του χαμού
που δεν άφησαν να ζήσει
ούτ’ η πίστη, ούτ’ η φύση
βουβάλια κι αλόγατα
μαύρα σκυλιά και πρόβατα
ένα γίναν με τη γη
πριν χαράξ’ η ροδαυγή
Η λευκή η γερακίνα
κι η ξανθή η λιονταρίνα
που δεν σκιάζονται τ’ ακόντια
με κοφτερ’ άρπαξαν δόντια
τους βέβηλους τους κυνηγούς
τους άσπλαχνους τους στρατηγούς
και τους ρίξαν στο ποτάμι
για όσα είχανε κάμει
Το παιδί πλάϊ στη λίμνη
ρωτάει τη γιαγιά Σελήνη
που την φιλάει ο Ουρανός
και την τρέμει ο κεραυνός
αν θα λαλήσουν τα πουλιά
αν ξανανθίσουν τα φυτά
χωρίς να τους ρίχνουν σφαίρες
και να κλαίνε οι μητέρες
Γιάννης Πανούσης