Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MΥΘΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MΥΘΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Έρως και Ψυχή

Έρωτας και Ψυχή, Γκιουζέπε Κρίσπι 1707-1709
Έρωτας και Ψυχή, Γκιουζέπε Κρίσπι 1707-1709... 

Η Ψυχή ήταν η νεότερη από τις τρεις κόρες κάποιου βασιλιά, και τόσο όμορφη, που οι άνθρωποι στην περιοχή της άρχισαν να πιστεύουν πως ήταν η θεά Αφροδίτη. Η λατρεία της θεάς περιφρονήθηκε, οι βωμοί της ερήμωσαν και τα αγάλματά της έμειναν αστόλιστα. Κανείς δεν πήγαινε πια στην Πάφο, στην Κνίδο ή στα Κύθηρα για να λατρέψει τη θεά, αλλά όλοι προσεύχονταν στην Ψυχή. Η θεά έγινε έξαλλη και αποφάσισε να αποκαταστήσει την τάξη. «Σύντομα θα την κάνω να καταριέται την ομορφιά της, που δεν της ανήκει κανονικά» είπε και ζήτησε από τον γιο της, Έρωτα, να κάνει την κοπέλα να ερωτευτεί τον πιο αποκρουστικό, ανάξιο και κακότυχο άνθρωπο.
Η Ψυχή ήταν ήδη πολύ δυστυχισμένη, επειδή ένιωθε τρομερά μόνη της. Καθώς όλοι νόμιζαν πως είναι θεά, την αντιμετώπιζαν όπως τα αγάλματα. Την τιμούσαν και την σέβονταν, αλλά κανείς δεν τολμούσε να την ζητήσει σε γάμο. Έτσι, ενώ οι αδερφές της είχαν καλοπαντρευτεί, εκείνη μαράζωνε μόνη της στο παλάτι.
Ο πατέρας της ζήτησε χρησμό από τον Απόλλωνα της Μιλήτου και πήρε την εξής απάντηση: «Στόλισε αυτό το κορίτσι, ω βασιλιά, για γάμο τρομακτικό, και πήγαινέ την στο ψηλό βουνό να συναντήσει τον γαμπρό. Μην ελπίζεις όμως πως θ’ αποκτήσεις γαμπρό από το ανθρώπινο είδος, διότι αυτή θα παντρευτεί ένα άγριο, βαρβαρικό θηρίο, όμοιο μ’ ερπετό. Αυτός, πετώντας ψηλά με τα φτερά του, τα πάντα κατορθώνει, πλήττοντας κάθε τι που κινείται με τον πυρσό και το βέλος του. Ακόμα κι ο Ζευς πρέπει να τον φοβάται, και οι άλλοι θεοί δεν κρύβουν τον φόβο τους γι’ αυτόν. Και τα ποτάμια ανατριχιάζουν και τα σκοτεινά βασίλεια του Κάτω Κόσμου».
Όλη η πόλη συνόδευσε τη βασιλική οικογένεια στην τρομερή αυτή πομπή ως την κορυφή του βουνού. Θρήνος και σπαραγμός ακουγόταν παντού, ενώ η Ψυχή, στολισμένη νύφη περίμενε τρέμοντας από φόβο τον αλλόκοτο γαμπρό. Ξαφνικά όμως, φύσηξε απαλά ο Ζέφυρος και την μετέφερε με προσοχή σ’ έναν πανέμορφο κήπο. Ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια και καταπράσινα δέντρα και τρεχούμενα νερά, πρόβαλλε ένα υπέροχο, θεϊκό παλάτι. Η Ψυχή περιδιάβαινε τους διαδρόμους έκθαμβη από τους θησαυρούς που έβλεπε γύρω της, όταν μία άκουσε μία φωνή χωρίς να μπορεί να εντοπίσει την προέλευσή της. «Όλα αυτά είναι δικά σου» της είπε και την προέτρεψε να απολαύσει το μπάνιο της και ό, τι άλλο επιθυμούσε.
Όταν έπεσε η νύχτα, η Ψυχή ξάπλωσε στο όμορφο υπνοδωμάτιο που είχαν ετοιμάσει γι’ αυτήν οι κοπέλες που είχαν τεθεί στην υπηρεσία της. Και τότε, μέσα στο σκοτάδι ήρθε κοντά της ο γαμπρός και την έκανε δική του. Πριν ξημερώσει όμως έφευγε, πριν εκείνη προλάβει να δει το πρόσωπό του. Το ίδιο γινόταν κάθε βράδυ για αρκετό καιρό και η Ψυχή ένιωθε υπέροχα κάθε φορά που τον ένιωθε κοντά του και άκουγε τη φωνή του.
Κάποια στιγμή μετά από αρκετό καιρό, οι αδελφές της άκουσαν πως η αδελφή τους μπορεί και αν είχε πεθάνει και ξεκίνησαν να την βρουν. Ο σύζυγός της Ψυχής την προειδοποίησε πως, αν έρχονταν οι αδελφές της, θα έπρεπε εντελώς να αγνοήσει οτιδήποτε και αν της πουν. «Διαφορετικά θα προκαλέσεις και σε μένα και σε σένα ανείπωτη συμφορά». Η Ψυχή, αν και υποσχέθηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή του, μελαγχόλησε καθώς σκεφτόταν πως οι δικοί της θρηνούν τον θάνατό της κι εκείνη δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να τους παρηγορήσει. Έπεισε τον σύζυγό της να της επιτρέψει να δει τις αδελφές της, να τις βεβαιώσει πως είναι καλά και να τους δωρίσει ωραία κοσμήματα, επαναλαμβάνοντας την υπόσχεσή της πως δεν θα επέτρεπε σε τίποτα να αλλάξει τις συνθήκες αυτού του γάμου. «Θα προτιμούσα να πεθάνω εκατό φορές παρά να χάσω την υπέρτατη χαρά του γάμου μας. Γιατί σ’ αγαπώ και σε λατρεύω – όποιος κι αν είσαι – όσο τη ζωή μου, και σ’ εκτιμώ περισσότερο κι απ’ τον Έρωτα τον ίδιο», του είπε τρυφερά.
Εκείνος έστειλε τον Ζέφυρο και πάλι στην κορυφή του βουνού, όπου οι αδελφές της Ψυχής σπάραζαν και φώναζαν αναζητώντας την αδερφή τους. Ο άνεμος τις μετέφερε κοντά της. Τρελή από χαρά, η Ψυχή τις παρηγόρησε, τους έδειξε το υπέροχο παλάτι της και τις περιποιήθηκε. Κι όταν την ρώτησαν για τον σύζυγό της, εκείνη επινόησε μία ιστορία για ν’ αποφύγει να πει την αλήθεια, όπως είχε υποσχεθεί. «Είναι ένας πλούσιος, όμορφος νεαρός που του αρέσει το κυνήγι και γι’ αυτό λείπει το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας», τους είπε και τις γέμισε με δώρα από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Εκείνες τότε καταλήφθηκαν από ζήλεια για την τύχη της αδελφής τους. Την επισκέφτηκαν πάλι όταν εκείνη ήταν έγκυος και προσπαθούσαν με τεχνάσματα να πάρουν πληροφορίες για τον γαμπρό. Η Ψυχή ξεχνώντας τι είχε πει την προηγούμενη φορά, τους είπε τώρα πως ο σύζυγός της είναι μεσήλικας και ασχολείται με το εμπόριο. Κι εκείνες κατάλαβαν πως η αδελφή τους μάλλον δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπο του συζύγου της. Υποψιάστηκαν πως εκείνος είναι θεός και το παιδί που ήδη κυοφορούσε η Ψυχή θα είναι θεός επίσης.
Την τρίτη φορά που συναντήθηκαν, οι αδελφές της έπεισαν την Ψυχή πως ο γαμπρός στην πραγματικότητα ήταν ένα απαίσιο τέρας, το οποίο θα την σκότωνε αμέσως μόλις εκείνη γεννούσε τον απόγονό του. Την τρόμαξαν τόσο πολύ, ώστε πείστηκε να τον σκοτώσει πρώτη εκείνη. Τη νύχτα, μόλις ο σύζυγός της κοιμήθηκε, η Ψυχή πλησίασε κρατώντας ένα λυχνάρι στο ένα χέρι και μία λάμα στο άλλο. Πλησιάζοντας όμως είδε το πρόσωπο του και διαπίστωσε πως την είχε αγαπήσει ο πιο όμορφος κι αξιαγάπητος από τους θεούς! Ήταν ο γιος της Αφροδίτης, ο ίδιος ο Έρως! Κι ενώ στεκόταν αποσβολωμένη εκεί και χάζευε τον όμορφο νέο, είδε τη φαρέτρα και τα βέλη του ακουμπισμένα δίπλα από το κρεβάτι. Πήρε ένα βέλος και το περιεργαζόταν με θαυμασμό, όταν η αιχμή της τρύπησε το χέρι. Και τότε, η δύστυχη κοπέλα έχασε το μυαλό της! Ερωτεύτηκε τον Έρωτα με πάθος ανεξέλεγκτο. Τόση ήταν η ταραχή της, που έγειρε το λυχνάρι και χύθηκε μία σταγόνα καυτό λάδι στον ώμο του. Ο Έρωτας ξύπνησε, θύμωσε που εκείνη δεν τον εμπιστεύτηκε και εξαφανίστηκε.
Η Ψυχή τον αναζητούσε απεγνωσμένα από πόλη σε πόλη, ενώ στο βασίλειο της Αφροδίτης, ο Έρως αγωνιζόταν να κρατηθεί στη ζωή. Το κάψιμο στον ώμο του κακοφόρμιζε και του προκαλούσε αβάσταχτο πόνο. Η μητέρα πληροφορήθηκε όσα του είχαν συμβεί από έναν υπηρέτη της κι έγινε έξαλλη. Φυλάκισε τον Έρωτα στο δωμάτιο και παρέδωσε την Ψυχή στις υπηρέτριές της, την Μελαγχολία και τη Θλίψη για να την τιμωρήσουν. Εξουθενωμένη από τα βασανιστήρια, η Ψυχή αντιμετωπίζει τώρα την ίδια την Αφροδίτη, η οποία της αναθέτει μία σειρά από ταπεινωτικούς και απίθανους άθλους!
Όλη η φύση όμως τη βοήθησε να τα καταφέρει. Τα μυρμήγκια την βοήθησαν να ξεχωρίσει τους ανακατεμένους σπόρους από έναν τεράστιο σωρό. Ένα καλάμι τη συμβούλεψε πώς να πάρει μία χρυσόμαλλη τούφα από τα άγρια πρόβατα με το θανατηφόρο δάγκωμα. Ο ιερός αετός του Δία πήρε νερό από την πηγή της Στυγός, την οποία κανένας θνητός άνθρωπος δεν μπορούσε να πλησιάσει.
«Τώρα το ξέρω πως είσαι μάγισσα», είπε η οργισμένη η Αφροδίτη μόλις επέστρεψε η Ψυχή, «διότι τέτοια πράγματα κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να τα καταφέρει». Και σκέφτηκε κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Έπρεπε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο και να ζητήσει από την Περσεφόνη λίγο από το θεϊκό καλλυντικό της. Αφού της έδωσε ένα κουτί της είπε: «Να της πεις να το βάλει εδώ και πως το χρειάζομαι επειδή το δικό μου το ξόδεψα για να θεραπεύσω το τραύμα του γιου μου». Μα ποιος κατέβηκε ποτέ ζωντανός στον Άδη και γύρισε πίσω; Αυτό ήταν εντελώς αδύνατο! Εξουθενωμένη η Ψυχή ανέβηκε σε έναν πύργο με σκοπό να πέσει και να πάει στον Κάτω Κόσμο μια και καλή! Και τότε, ο πύργος μίλησε και της έδωσε λεπτομερείς οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνει ώστε να γλιτώσει από τις παγίδες του Άδη και να φτάσει ως την Περσεφόνη. Την προειδοποίησε επίσης, σε καμία περίπτωση να μην ανοίξει το κουτί.
Πήγε και γύρισε η Ψυχή μια χαρά, αλλά μόλις αντίκρισε και πάλι το φως του κόσμου των ζωντανών, επικέντρωσε την προσοχή της στο κουτί. «Γιατί να μην πάρω μία μόνο σταγόνα από το καλλυντικό που βάζουν οι θεές, να γίνω όμορφη για τον αγαπημένο μου;» σκέφτηκε και άνοιξε το κουτί. Όμως μέσα στο κουτί δεν υπήρχε κανένα καλλυντικό, παρά μόνο η πνοή του θανάτου. Η Ψυχή έπεσε αναίσθητη, εκεί στο στενό και η ζωή χανόταν λίγο-λίγο από το σώμα της. Και θα πέθαινε, αν δεν είχε εν τω μεταξύ αναρρώσει ο Έρωτας.
Ο φτερωτός θεός δεν άντεχε άλλο μακριά από την αγαπημένη του και μόλις ανέκτησε τις δυνάμεις του πήγε στον βασιλιά των θεών, τον Δία και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει. Ο Ζευς κάλεσε όλους τους θεούς και τους είπε πως θα έπρεπε πια να βοηθήσουν τον νεαρό θεό, συγχωρώντας του τις αταξίες με τις οποίες τόσο τους είχε όλους ταλαιπωρήσει. Έστειλε τον Ερμή να φέρει την Ψυχή, και για να είναι ένας γάμος μεταξύ ίσων, πρόσφερε στην κοπέλα αμβροσία. Λίγους μήνες μετά γεννήθηκε ένα κοριτσάκι που ονόμασαν Ηδονή.
Αθάνατοι πια και οι δύο, ο Έρως και η Ψυχή έζησαν μαζί για πάντα, αγαπώντας με πάθος ο ένας τον άλλον.

(Η αφήγηση αυτή είναι η παραλλαγή ενός μύθου που συναντάται σε όλους σχεδόν τους αρχαίους πολιτισμούς. Την έγραψε ο πλατωνιστής Απουλήιος τον 2ο αι. Κ.Χ. .

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο Λιθοξόος...

Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απ’ αυτόν. 
Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε μία πολυτελή άμαξα  συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!»

Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν.
Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην πολυτελή άμαξα του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»
Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες -που τους έκαιγε τα σπαρτά- και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στη γη.
«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωρία, κι όλοι το καταριόταν.
Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.

«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!». 
Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριούνται.
Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου. 
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!».
Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ότι πιο σταθερό πάνω στην γη.
Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε ν’ αλλάζει η μορφή του.
«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;;» απόρησε.
Κοίταξε κάτω χαμηλά, και είδε έναν λιθοξόο...!!!

Πηγή: //mythagogia.blogspot.gr/

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Οι δυσκολίες δίνουν φτερά!



 



















 
Υπάρχει ένας μύθος για το πώς τα πουλιά απέκτησαν τα φτερά τους.
Στην αρχή πλάστηκαν χωρίς φτερά και ο Θεός έκαμε τα φτερά και τα έβαλε μπροστά τους λέγοντας: «Πάρτε αυτά τα βάρη να τα κουβαλήσετε».

Στην αρχή όταν ο Θεός τα κάλεσε να πάρουν τα φτερά τους που βρίσκονταν στα πόδια τους τα πουλιά δίστασαν, γιατί τους φάνηκε πολύ δύσκολο, να τα σηκώσουν. Όμως γρήγορα άκουσαν την εντολή του Θεού και παίρνοντας τα φτερά στο ράμφος τους, τα έβαλαν στους ώμους τους για να τα κουβαλήσουν.

Για ένα διάστημα τους φάνηκε το βάρος βαρύ και ασήκωτο, αλλά καθώς προχωρούσαν, διπλώνοντάς τα πάνω στα πλευρά τους, τα φτερά μεγάλωσαν στα σώματά τους και γρήγορα ανακάλυψαν πώς να τα χρησιμοποιούν.
Τα βάρη έγιναν φτερά!


Από το Ζωντανό Ιστολόγιο: www.istologio.org)