Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

«ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ»της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

 


ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 

Μη με ρωτάτε για αναμνήσεις παλιές! Ξεφτίστηκαν  τα χρώματα και η λάμψη τους ξεθώριασε. Μονάχα μία παρέμεινε, ασπρόμαυρη  και βρικολακιασμένη… 

Στοίχειωσε η λάμψη της λεπίδας. Τα  βράδια, ακόμη με επισκέπτεται! Με απειλεί κι ύστερα φεύγει και ξαναμπαίνει στο θηκάρι της….

Και κάπως έτσι, κάτω από τη στέγη που σκέπαζε τα όνειρα των παιδικών χρόνων, θάφτηκε η μισή μου ψυχή, με την   άλλη μισή να   παραμένει ζωντανή, για να μου υπενθυμίζει πως, τα όνειρα μπορούν να  νεκραναστηθούν‧  σκάβοντας με νύχια και με δόντια τα χαλάσματα για να ξεθάψουν το  λείψανο που   είχαν ενταφιάσει οι απειλές.

Με τις πολλές προσπάθειες, ζωντάνεψαν απ’ τα εικονίσματα οι άγιοι προστάτες μου και με αγκάλιασαν. Πίσω τους, κάτω από το εικονοστάσι, παρέμενε το κουρελιασμένο παλτό της μάνας  με το σαρακοφαγωμένο ξύλινο κουμπί και  η κοκάλινη  χειρολαβή απ’ το μαχαίρι του πατέρα, εκείνο που έβαζε κάτω από το προσκεφάλι για να ξορκίζει τους δαίμονές του. Η λεπίδα, είχε πια σκουριάσει. Την  είχε φάει ο καημός της απραξίας!....

«Αν παραστρατήσεις: Θα σε καθαρίσω...» ούρλιαξε   και ξύπνησα  λουσμένη  στον ιδρώτα!...

Στη μισογκρεμισμένη τοιχοποιία, ξεχασμένο παρέμενε για χρόνια το εφηβικό λεύκωμα μου. Κιτρινισμένο. Σκεπασμένο με τις σαπισμένες  σανίδες  της ξύλινης βαλίτσας του πατέρα, που ποτέ δεν είχε αξιωθεί κάποιο ταξίδι, καθώς έκαιγε τον αφέντη της ο πυρετός του οργώματος,  της σποράς και του  θέρου! 

Μη με ρωτάτε για εικόνες παλιές! Ξεφτίστηκαν  τα χρώματα και η λάμψη τους ξεθώριασε. Μονάχα το μαχαίρι στέκεται απειλητικά στο ζωνάρι του πατέρα:

«Αν παραστρατήσεις: Θα σε καθαρίσω!....» ακούω να μου φωνάζει κι ας έχει χάσει η λεπίδα την λάμψη της!....

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2026

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη

 


 ON THE PATHS OF MEMORY   by Maria Kolovou Roumelioti

Don't ask me about old memories! The colours frayed and their shine faded. Only one remained, black and white and vampire-like…

The blade's glow haunted me. In the evenings, it still visits me! It threatens me and then leaves and re-enters its sheath….

And just like that, under the roof that covered the dreams of childhood, half of my soul was buried, with the other half remaining alive, to remind me that dreams can be resurrected digging with claws and teeth the ruins to unearth the relic that the threats had buried.

With many efforts, my holy protectors came to life from the icons and embraced me. Behind them, under the iconostasis, remained the mother's tattered coat with the worn-out wooden button and the bone handle from the father's knife, the one he put under his pillow to exorcise his demons. The blade had already rusted. The grief of inactivity had eaten it away!....

"If you stray: I will cleanse you..." she screamed and I woke up bathed in sweat!...

In the half-collapsed masonry, my teenage album remained forgotten for years. Yellowed. Covered with the rotten boards of the father's wooden suitcase, which had never been worthy of a journey, as the fever of plowing, sowing and summer burned its master!

Don't ask me about old icons! The colours have faded and their shine has faded. Only the knife stands menacingly at the father's belt: "If you stray: I will clean you!..." I hear him shout to me, even though the blade has lost its shine!...

Thursday
, June 11, 2026

(ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΠΑΥΛΟΥ δια χειρός Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη)


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΖΩΗΣ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη. ( 'Ενα κείμενο από τη συμμετοχή μου στο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2026 - ΠΝΟΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ / 6 από της εκδόσεις Πνοές Λόγου και Τέχνης)

 


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΖΩΗΣ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

 

 Αν κι αγάπησα τα ταξίδια,  δεν κατάφερα να ταξιδέψω μακριά… Από κατώφλι ισόγειο  αγνάντευα τα πέλαγα του κόσμου.   Ριζωμένος   σαν ερημικός βράχος στο αφιλόξενο, να αντιστέκομαι τους παφλασμούς  φουρτουνιασμένης  λαοθάλασσας που δεν έλεγε να μερώσει. Με το ‘να μάτι στη γη και τ’ άλλο στου ουρανού τα σιδερένια πετούμενα, αλληθώρισα!...

Κάρφωσα το βλέμμα  στο Σταυρό του Νότου…  Στα  ανοιχτά παραθύρια  του σύμπαντος  συνδιαλεγόμενος  με τ’ άστρα. Τους μιλούσα για εκείνα τα ταξίδια που δε θα  έκανα ποτέ.  Για όλα όσα εγκυμονούσα και δεν είχα ακόμη γεννήσει.

Κάποιες φορές οι μνήμες  μαζεύονται  σαν σφήκες σε ροζιασμένα σταφύλια.  Κάνουν θόρυβο γύρω σου.  Τσιμπούν… Ρουφούν   τους χυμούς αφήνοντας ολόγυμνο το κοτσάνι του κορμιού σου.  Αφήνεσαι να ξεραθείς σαν κληματόβεργα με τον καιρό … Κρατώντας λίγη μυρουδιά μούστου για  τα καλοκαίρια….

Οι  φουρτούνες μου στεριανές… Ξερές … Απότιστες από αλμύρα θαλασσινή … Μόνο κάτι κόμποι αλατιού από ιδρώτα στο φαί μου ….

Ένα δάσος η ψυχή μου, παραδομένο  σε πυρκαγιά ….Με το δαυλί της μνήμης να την  τσουρουφλίζει….

Μακρύ κι απρόβλεπτο ήταν εκείνο  το ταξίδι…. Ολομόναχος πορευόμουν…. Κανέναν δεν αντάμωσα …Κανείς δεν με αντάμωσε… Μονάχα σε κάτι κορμούς πετσοκομμένων  δέντρων  αναγνώρισα τη βαρβαρότητα…  Την εγκατάλειψη… Τη μοναξιά… Κατά κει που βάδιζα, αποκομμένος από το πλήθος, κανείς δεν θα με αναζητούσε… Κανείς δεν θα παραβρισκόταν στον αποχαιρετισμό ή τον αποχωρισμό μου… 

Ίσως και να προχωρούσα  υπνωτισμένος…. Να έβλεπα εφιάλτες εκεί που άλλοτε κάποιοι  έβλεπαν όνειρα με  αγγέλους φωτός εν ώρα δράσης…. Τελευταία στιγμή με  χτύπησε  κεραμίδι στο κεφάλι. Πετάχτηκα ολόρθος και πίστεψα πως ήμουν  ξυπνητός!...

Τρύπησε το κρανίο  απ’ τα χτυπήματα…. Σκόρπησαν τα μυαλά μου …. Κι εκείνα τα όνειρα που έκανα,  αφέθηκαν  ελεύθερα να βρουν μοναχά το μονοπάτι τους…

Το γνώριζα καλά: Εγώ δεν πατούσα τη γης…  Αιθεροβάμον  ήμουν και μετρούσα άστρα. Τις ψυχές αφουγκραζόμουν, που αγκομαχώντας  σέρνονταν,  στέλνοντας  ευχές ή κατάρες κατά εκεί που σκοτείνιαζε….

Κι  εγώ πετροβολούσα τη θάλασσα  των επιθυμιών με τα χαλικάκια  των ονείρων μου μη και δεν μ’ αφήσει  να βάλω τις επιταγές στο μπουκάλι,  να ταξιδέψουν με τον νυχτερινό αγέρι προς τα  δικά μας μέρη …

Κι εκείνα  τα αστραφτερά πετραδάκια  που η αλμύρα  της ζωής τα είχε σφυροκοπήσει μεταλλάσσοντας τα  σε διαμαντάκια: Τ’ άδειασα  απ’ τα χέρια μου!...   Τα σκόρπισα στον ουρανό…. Τα έκανα ποιήματα συγχώρεσης  που ταξιδεύουν για να σε συναντήσουν, συνάνθρωπέ μου !....

Ίσως τότε καταλάβεις  κι εσύ πόσο βαθιές  είναι οι πληγές που αφήνουμε  πίσω!..  

Και ξέρεις… Είναι άλλο να κρατάς ένα χέρι κι άλλο να αλυσοδένεις μια ψυχή!...  Άλλο να πιστεύεις πως η αγάπη είναι δέσμευση.... κι άλλο πως είναι ελευθερία!...Πως η παρέα είναι συντροφιά και φιλία.... κι άλλο πως είναι ασφάλεια!....

Τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια... και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις!.... Χρειάζεται χρόνο να μάθεις.... και μαθαίνεις λίγο λίγο!...

Αν καθίσεις στον ήλιο αρκετό χρόνο, θα καείς!.... Αν μείνεις γυμνός στο κρύο, θα παγώσεις!....

Αν χρειάζεσαι προστασία φύτεψε ένα αρτόδεντρο στην αυλή σου και φρόντισε το με αγάπη!... Κάποια στιγμή θα σου προσφέρει ίσκιο και καρπούς!...

Μη ξεγυμνώνεις την ψυχή σου αν θες να μη παγώνεις!.... Κράτησε κάτι για τον εαυτό σου και φρόντισε να τον σκεπάζεις!... Αρκετή γύμνια μας περιβάλλει!... 

Σήμερα, έχω να κάνω: Μια προσευχή… Μια ευχή… Μια βαθιά υπόκλιση στις σκέψεις και στις πράξεις αυτών που μακριά απ’ το φθαρτό ταξιδεύουν την ψυχή‧ εκεί που τη φλόγα του νου κρατούν αναμμένη σαν καντηλάκι να φωτίζει στις σκιές!....

Σήμερα έχω να εκπληρώσω την ευχαριστία μου για την «Οδό Ζωής» που ο Συμπαντικός Νους, άνοιξε!

Λένε πως, όλοι κουβαλάνε το σταυρό τους  ανεβαίνοντας τον προσωπικό τους Γολγοθά....  Κάποιοι κουβαλούν ξύλινο σταυρό! Κάποιοι μολύβι ασήκωτο!.... Η σταύρωση τους κρατάει χρόνια‧ πάνω σε ατσάλινα καρφιά κρεμασμένοι... Με την ψυχή και το σώμα να αναμένουν Ανάσταση!.... Κρατώντας ένα κερί, Ζωντανό, Φως Αναστάσιμο, να χαρίσουν!...

 

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2025

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

«ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» κείμενο της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Πόλεμος = ΈγκλημαΚαμιά Δικαιολογία…,Κανένας Συμψηφισμός ...  

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

«Τρέξτε!... Τρέξτε να προλάβετε!... Να καλυφτείτε! Να κρυφτείτε!....» ακούγονταν τρομαγμένες φωνές κι έπειτα… κραυγές πόνου, θανατερά ουρλιαχτά, ανακατεμένα με το πυκνό σύννεφο σκόνης που είχε ξεσηκωθεί απ’ τα χαλάσματα.
Απανωτοί κρότοι … Εκρήξεις…. Πυροβολισμοί… και κάτι ανθρώπινες φιγούρες καπνισμένες και γκρίζες. Πουδραρισμένες με σκόνη δυναμίτη….
Όλα, γύρω, συντρίμμια!... Ασάλευτα κορμιά κείτονταν ανάμεσά τους ….. Κάποια ζωσμένα την τελευταία αγωνία της ζωής … κι αλλά παραδομένα στον ανελέητο χορό του θανάτου με το αίμα να τρέχει ζεστό ακόμα από μύτη, στόμα, κεφάλι, καρδιά… κι από όπου αλλού τους είχε σημαδέψει το δρεπάνι του χάροντα, που αυτή την φορά είχε το πρόσωπο του ψυχοπομπού Ερμή.
Ένα πόδι στέκεται ορθό πλάι στο μισοσκεπασμένο από μπετόν κεφάλι του. Παρέμεινε ασάλευτος!... Άχνα δεν έβγαλε!... Η μπότα πάτησε διερευνητικά το ακάλυπτο από τη σκόνη άκρο του…. κι ο ψυχοπομπός του δώσε μια κλωτσιά ξεστομίζοντας μια βλασφημία!...
Φρικτό το πρόσωπο του πολέμου. Με μάτια γεμάτα ατελείωτο θάνατο!... Με χέρια ματωμένα… Μυαλά διασκορπισμένα…. και διαμελισμένα μέλη …. Όλα σε αποσύνθεση!....

 
Σταμάτα, ωρε αδελφέ !...
Τον ίδιο αέρα ανασαίνουμε.
Το ίδιο χώμα πατούμε!
Τον ίδιο ουρανό έχουμε σκέπασμα.

Δώσε τόπο στην οργή κι άφησε τα χέρια να ενωθούν στην ίδια προσευχή:
«Ειρήνη ημίν!»

6 Ιουνίου 2025

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη 

 

 ΥΓ: Ο πίνακας είναι του Ισπανού καλλιτέχνη Σαλβαδόρ Νταλί «Το πρόσωπο του πολέμου», απεικονίζει μια μεγάλη νεκροκεφαλή, σε ένα ερημικό τοπίο, με καπνούς στον ουρανό, η οποία έχει μια έκφραση απόγνωσης και απελπισίας. Στο ανοιχτό της στόμα και στις τρύπες από τα μάτια του νεκρού, βλέπουμε μικρότερες νεκροκεφαλές, με την ίδια ακριβώς έκφραση με τη μεγαλύτερη νεκροκεφαλή και, μέσα στις τρύπες από τα δικά τους μάτια και στόματα, βλέπουμε ακόμα μικρότερες νεκροκεφαλές με την ίδια πάντα έκφραση με τη μεγάλη. Γύρω από τη μεγαλύτερη νεκροκεφαλή, βλέπουμε φίδια που είναι έτοιμα να τη δαγκώσουν.

 

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Χρόνια πολλά αγαπητοί μου φίλοι ! Καλή πρωτοχρονιά και καλή χρονιά να έχετε! Με όλα τα καλά του Θεού!

 Μπορεί να είναι εικαστικό 1 άτομο

Χρόνια πολλά αγαπητοί μου φίλοι !
Καλή πρωτοχρονιά και καλή χρονιά να έχετε! Με όλα τα καλά του Θεού!
 
....Σουτ!.....Σουτ!.... Μη μιλάς τέτοιες ώρες , ευλογημένο μου ! Θα σε ακούσουν οι Λάμιες και θα σου πάρουν τη φωνή! Από μέσα σου μίλα και άκου τι σου λέει η δική σου φωνή!
Κάτι τέτοιες μέρες, εκεί στα διάσελα, που στα τέσσερα ανοίγουν οι δρόμοι και η σελήνη ντύνεται τα ασημικά της νύχτας: Μάγισσες και ξωτικά χορεύουν ανάβοντας φωτιές με τα ποδοβολητά τους.... Ρίχνουν τα χαρτιά στριφογυρίζοντας της ζωής την ανέμη κι αλίμονο σε εκείνα τα πλάσματα που στο διάβα τους βρεθούν ... Τους παίρνουν τη φωνή και δεν ξαναμιλάνε!... Μόνο ακούνε- σαν κλάμα παιδιού ή σαν ασθμαίνουσα ανάσα, τις ψυχές αυτών που τις ακολουθούν και τις μέρες που με θόρυβο φεύγουν .... Και σκέφτονται πως, καλύτερα ήταν όταν κρατούσαν τα λουριά σφιχτά στα χέρια τους και κάλπαζαν καβάλα σε ασέλωτα άλογα φορώντας τριμμένο παντελόνι !...
Και δε θρηνούν για τη νιότη που πέρασε... μα ούτε που απέγιναν σαν τα ξερά κυπαρισσόξυλα!... Γιατί γνωρίζουν πως πλεούμενα έγιναν στις θάλασσες του Κόσμου και ξέρουν να στέκουν όρθια σε ανεμόδαρτους καιρούς και να παραμένουν άσπαστα κατάρτια με τη σημαία της προσωπικής νίκης να κυματίζει στη θέση της, αφήνοντας πίσω τους καλικάντζαρους να βλασφημούν μεγαλόφωνα που δεν κατάφεραν να πριονίσουν ως τη φλούδα το δέντρο της ζωής‧ να το περάσουν δια πυρός και σιδήρου κάνοντας στάχτη και κάρβουνο το μοσχοβολιστό λιβάνι της!...
 
Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2024
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
***Από τις ιστορίες της γιαγιάς (Ανέκδοτο)

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

ΦΘΙΝΌΠΩΡΟ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΉΤΑΝ...

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

ΦΘΙΝΌΠΩΡΟ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΉΤΑΝ...
********

Ξεκοιλιασμένο το σύννεφο κατέβαινε όλο και χαμηλότερα σπέρνοντας τ' άντερά του στην οργωμένη γη. Και μη σου φαίνεται καθόλου παράξενο που κάθε τέτοια εποχή ανοίγουν οι πληγές της γης περιμένοντας τα πρωτοβρόχια να τις ξεπλύνουν!.... Είναι που κάθε Φθινόπωρο γκαστρώνεται τον ιδρώτα τ' Ουρανού κι αφήνει τα χρυσοκίτρινα φύλλα να την σκεπάσουν, να κρατήσουν νωπό το χώμα μέχρι την επομένη Άνοιξη. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η απόφαση του Θεού να πλάσει τον άνθρωπο με χώμα και νερό; Φθινόπωρο πρέπει να ήταν..... μετά από βροχή που είναι νωπό το χώμα! Και τον άφησε ελεύθερο να σουλατσάρει στον παράδεισο και να λιμπίζεται τα ροδοκόκκινα μήλα του κήπου!
Φθινόπωρο πρέπει να ήταν!
Εποχή που ωριμάζουν τα μήλα και κρέμονται λαχταριστά απ' τις μηλιές!!!!!

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, ΟΤΑΝ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΠΑΙΔΙ!... (Κείμενο της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη, εμπνευσμένο από άλλες εποχές)

Ελαιογραφία "Σπουδί στον Πικάσο" της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

 ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, ΟΤΑΝ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΑ ΠΑΙΔΙ!...

(Κείμενο της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη, εμπνευσμένο από άλλες εποχές)
 
Αχ, εκείνος, ο έφηβος, Αύγουστος, με το χνούδι στο πηγούνι: όλο στα ατρύγητα αμπέλια μπαινόβγαινε! Βολτάριζε τα κλήματα και γέμιζε το καπέλο του σταφύλια για να κεράσει ρόγες, τις άγουρες κοπελιές.
Μονοσάνδαλος κι αλλοπαρμένος έτρεχε τις στράτες κυνηγώντας τζιτζίκια.
Ροβόλαγε τις πλαγιές. Σκαρφάλωνε κυπαρίσσια κι έψαχνε θεοπούλια σε φωλιές. Κρυβόταν σε αφάνες και νεράγκαθα να πιάσει το αλογάκι της Παναγιάς στης Νερομάνας τη βρύση. Ένιβε το πρόσωπό του με τρεχάτο νερό. Μούσκευε το λινό του πουκάμισο και πήγαινε ίσια να ξαπλώσει ανέμελος κάτω από τα θεόρατα πλατάνια για να μη τον τρελάνει ο Ήλιος. Στο τέλος σημάδευε με την σφεντόνα τις αμυγδαλιές και τσάκιζε τ’ αμύγδαλα!
Ορεσίβιος ήταν, και το πόδι του δεν είχε πατήσει ποτέ σε ακροθαλασσιά, μήτε είχε ποτιστεί το κορμί του στου κύματος την αλμύρα. Ακουστά, μόνο, τα είχε τα θαλασσοπούλια, τους αχινούς και τα κοχύλια… Κι όλο φανταζόταν πως, ο κάμπος ήταν η θάλασσα και τα αεροπλάνα που πετούσαν ψηλά, ήταν τα θαλασσοπούλια που ταξίδευαν … και δεν είχε καθόλου μυαλό για δουλειά! Τον είχε χτυπήσει η ζέστη κατακούτελα!
Τη μια τον έβρισκες στο βουνό για μεσημεριάτικο τραγούδι με τα τζιτζίκια…
την άλλη στο βαρκό για χασούρα με καβούρια και νερόφιδα, μακροβούτια και αραλίκι στο ποτάμι. Καβαλούσε το άτι του κι όπου ήθελε πήγαινε!
Ανέμιζαν τα μαλλιά του και συλλογιζόταν ταξίδια μακρινά!
Για όσο ήταν ακόμη άγουρος και κρατούσε καλοκαίρι: Ο Αύγουστος λουζόταν στης Νερομάνας τα νερά. Μα σαν πέρασαν κάμποσοι Ιούληδες κι αγρίευε το χνούδι στο πηγούνι του, δεν τον χωρούσε ο τόπος! Τις νύχτες, όταν τ’ άστρα βγαίνανε σεργιάνι στο αλώνι του ουρανού: εκείνος έκανε καντάδες έξω από το παραθύρι της αγαπημένης του. Ακροπατώντας ανέβαινε τα σκαλιά της για να μην τον προδώσει το αυγουστιάτικο φεγγάρι και τρύπωνε στην κάμαρα. Της έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα και γένια γέμιζε το πηγούνι του!
 
Γράφτηκε Κυριακή, 4 Αυγούστου 2024
 
Κείμενο και ζωγραφικό έργο "Σπουδί στον Πικάσο" της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2022

ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΥΣΙΕΣ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Πόσα βήματα να κάνω την ημέρα; - Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ®

ΠαρουσΙες και απουσιεσ 

 

Τα ίχνη μας διαβρώνονται  στο ξέσπασμα  ολέθριων  καταιγίδων.  
Ποια οπτασία θα κρατήσει τις  δάδες στις εσπέρες να φωτιστούν οι διάδρομοι της ειμαρμένης; Να φωτιστούν  τα αγέλαστα παιδικά πρόσωπα που πασχίζουν μια ολογραφία χαριτωμένης ζωής; Να ακουστούν οι κραυγές πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα που μας έχουν τυλίξει; Ποιος θα ξυραφίσει τα αποστήματα; Ποιος θα συρράψει  τα εξαϋλωμένα κομμάτια;
Κόσμος και κοσμάκης περιδιαβάζει και χάνεται στην άβυσσο. Ξερά κλωνάρια… φορτωμένα κάποτε λωτούς… διάφανα κρίνα που μύρωναν το δισκοπότηρο της ζωής… Παρουσίες αδρανείς χαμένες στο χωρόχρονο. Οπτασίας φαντάσματα μαντρωμένα στη σκιά της ζωής. Ανθρωπάκια βαπτισμένα στην κολυμπήθρα της απληστίας. Και τι δεν υπάρχει σε τούτο το δεντροπερίβολο!
Δούλοι κι αφέντες, θεοί και δαίμονες βασιλεύουν στην έρημο του ζώντος θανάτου. Ενός θανάτου που κυβερνάει μίζερη ζωή και  πακτωλό θάνατο˙  σαν αντίδωρο  σε ανήθικους  ημίθεους σε ένα εικονικό παράδεισο ενός εικονικά στοργικού  κηπουρού. Έχουν ξεχάσει πως, το πεπρωμένο  δεν δημιουργείτε από τα παπούτσια που φοράνε αλλά από τα βήματα που κάνουνε...
Ζωή και θάνατος συνοδοιπόροι αταίριαστοι  προσπαθούν να οριοθετήσει ο ένας τον άλλον… Η  ζωή προχωράει… για λίγο  ξεφεύγει του θανάτου κι αυτός την κυνηγάει κρατώντας το άσπρο της πέπλο στα μαυρισμένα απ’ τα αίματα χέρια του…
Αναβολή στην αναβολή φτάνουν το στόχο. Εκεί που φανοστάτες χαράζουν διαδρομές που όρια δεν κατέχουν. Και βρίσκουν κάτι μάτια που κοιτούν  μα δεν βλέπουν την αλήθεια  του παρόντος… την απουσία του μέλλοντος… την πάλη της ζωής με την αρματωσιά του θανάτου…
Είδος προς εξαφάνιση της γης οι ανδρειωμένοι, οι εκτελεστές των υποχθόνιων δαιμόνων μας. Με το κιάλι εντόπισα κάτι αετίσια μάτια… κάποιους  ακρίτες τολμηρούς  που ακόμη φυλούσαν Θερμοπύλες!
Ήτανε  κάποιοι  άνθρωποι, βουνά‧ βράχοι ακλόνητοι σε χιονοσκέπαστες κορυφές, που ύψωναν λάβαρα περήφανα και προσκαλούσανε τα όνειρα της νιότης που έχει ξεφύγει. 
Ήτανε κάποιοι ακοίμητοι μαχητές που αντάριαζαν  τις στιγμές, τόξο τις κάνανε, τον πόνο βέλος και σαΐτευαν τη βουβή μοναξιά‧ ξεπλένανε με γέλιο το δάκρυο  της  ζήσης της βαριεστημένης και αφήνανε ατρόχιστο για πολύ του Χάροντα το δρεπάνι, μειώνοντας τη σοδιά του.  Συντροφεμένοι ήτανε με  αλαργινούς αετούς, που τα γερασμένα ράμφη τους τρόχιζαν και τα γαμψά τους νύχια ροκάνιζαν στα βράχια της ζωής‧ στη νιότη  τα πρόσφεραν στέφανα και ξανάνιωναν.
Υπήρχαν που να μην υπήρχαν  και κάτι  σκαριά  που παρασέρνονταν λυμένα σε μουράγιου σκουριασμένα τσέρκια. Στ’ ανήλιαγα σκούριαζαν σαν  ελεεινά  φαντάσματα…

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2022

 Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη