Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

Αφιέρωμα σε μη ζώντες Συγγραφείς και Ποιητές «Στη μνήμη της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά» από τη Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη

 

Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά

Αφιέρωμα σε μη ζώντες Συγγραφείς και Ποιητές «Στη μνήμη της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά» από τη Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη 

 

Η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά υπήρξε φίλη για αρκετά χρόνια. Αφορμή της γνωριμίας μας υπήρξε  ένα ποίημα μου που είχε εκδοθεί σε ένα τόμο της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών, «Διεθνής Γιορτή Ποιητών», Αφιέρωμα στο Αυγουστιάτικο Φεγγάρι της Αθήνας το 2011. «Παρήγορα λόγια» λεγόταν  το ποίημα… Με πήρε τηλέφωνο κι άκουσα τη γλυκιά της φωνή!

«Ονομάζομαι Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά. Διάβασα το ποίημα σου στην ανθολογία της Δ.Ε.Ε.Λ και μου άρεσε πάρα πολύ. Επίτρεψέ μου να το τραγουδάω στα εγγόνια μου!...»

Είπαμε πολλά! Ανταλλάξαμε  στοιχεία επικοινωνίας και κάπως έτσι ξεκίνησε η φιλία μας. Ποτέ όμως δεν ειδωθήκαμε από κοντά!..

Είχαμε τακτική επικοινωνία και μου έδινε συμβουλές για το λογοτεχνικό χώρο. Ήταν σεμνή, μαχητική, δοτική, γνήσια ψυχή! Είχαμε αμοιβαίο σεβασμό κι αγάπη στη φιλία μας. Κάτι σαν μάνα με κόρη.

Στην τελευταία μας τηλεφωνική επικοινωνία η φωνή της έβγαινε με δυσκολία... Στεναχωρήθηκα πολύ που άκουσα αυτό τον βράχο της αγάπης, της πίστης και της θέλησης, με εύθραυστη φωνή ... Κατάλαβα πως πλησίαζε το τέλος κι αρνιόμουν να το δεκτό!... Μετά από εκείνο το τηλέφωνο δεν επικοινώνησα ξανά μαζί της ...

Πάντα εναπόθετε τα προβλήματα της στην πρόνοια του Θεού. Δεν αγανάκτησε ποτέ της. «Ο Θεός μου έδωσε περισσότερα από όσα Του ζήτησα, έλεγε. Δεν μπορώ να του ζητήσω τίποτα περισσότερο!»

Αφότου γνωριστήκαμε, κάποια μέρα ο ταχυδρόμος μου έφερε ένα πακέτο. Ήταν ένα πακέτο γεμάτο με βιβλία από την κυρία Αλεξάνδρα! Δύο βιβλία δικά της: το  «Μπίρομ Μπίρομ Λέλημ Λέλημ» και «Γριές και άγριες», δύο του πατέρα της, Βασιλείου Παυλίδου: το παραμύθι «Καλικάντζαροι και ο Παυλάκης» και «Οι Αλβανοτσάμηδες  της Περιοχής Παραμυθιάς και η κατοχή»  και δύο  του συζύγου της, Χρίστου Θωμά: «Μοιρολόγια» και « Ήρωες της Ντουσκάρας».

Με ευλάβεια και ιερή προσήλωση τα κράτησα στα χέρια μου και τα μελέτησα όλα. Τώρα όμως θα κάνω αναφορά για τα δυο λαμπερά διαμάντια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της αείμνηστης Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά - (ενός εξαίρετου Ανθρώπου κι Ελευθέρου Σκοπευτή της Γνώσης, κόρη του αείμνηστου Δασκάλου, Λαογράφου και Ιστορικού απ’ την Παραμυθιά Θεσπρωτίας, Βασίλη Παυλίδη ή Παύλου, και συζύγου του Χρίστου Ιωάννου Θωμά απ’ το Πολύδωρο Ντουσκάρας, Δημοσιογράφου, Ποιητή και Χρονογράφου): το «Μπίρομ Μπίρομ Λέλημ Λέλημ» και «Γριές και άγριες» γραμμένα με την εξαίρετη γραφίδα της πένα της.

Το «Μπίρομ Μπίρομ Λέλημ Λέλημ» είναι αφιερωμένο  στις γυναίκες της  γενέτειρα της και της γενιάς της, για τους αγώνες τους, για την ελπίδα και τη λευτεριά που μας παρέδωσαν. Ελένη- Ελένη- Ελένη- Βιργινία και στον πατέρα της που πάντα έδινε σε πατρίδα, οικογένεια, σχολείο. Στο συγκεκριμένο  βιβλία   γράφει η συγγραφέας του έργου: «Αγάπησα πολύ αυτές τις γυναίκες. Προσπάθησα να μπω στην ψυχή τους, να κλέψω το μαγνάδι των δακρύων τους, που το έκαναν χαμόγελο ζωής και το ακουμπούσαν πάνω μου σαν πέπλο αειφόρου δύναμης».

Στο συγγραφικό έργο «Γριές και άγριες» το οποίο περιλαμβάνει εκατό (100) ιστορίες, γίνεται μια ανατομία στις ρίζες της φυλής μας από την ακτινοβολία του χθες, του σήμερα, του αύριο, με ατόφια ηπειρώτικη γλώσσα και ιδιωματισμούς για το χωροχρόνο του λόγου.

«Οι γριές μου είναι αληθινές, μας πει  η συγγραφέας του έργου.   Έζησαν, μου διηγήθηκαν, κατέγραψα. Δεν μου είπαν παρά μόνο την αλήθεια. Τη δική τους αλήθεια. Μια αλήθεια που μολογάει η ζωή τους, την αληθινή, χωρίς σάλτες κι αρώματα».

 

Δεν έβρισκα λόγια να την  ευχαριστήσω που μου έστειλε τα βιβλία της και κράτησα  στα χέρια μου το θησαυρό που δημιούργησε  με τη γραφίδα της πένα της  και τη δύναμη της ψυχής της! Σας μιλώ ειλικρινά, με το που άνοιξα το πακέτο με τα βιβλία της, ρίχτηκα μονορούφι στη μελέτη τους. Δάκρια κατάβρεχαν τα μάγουλά μου και ρίγη διαπερνούσαν το σώμα μου! Με προσήλωση, σεβασμό κι αγάπη έσκυψα κάνοντας την ενδοσκόπησή μου στα ΣΥΓ-ΚΛΟ-ΝΙ-ΣΤΙ-ΚΑ έργα της: «Μπίρομ Μπίρομ Λέλημ Λέλημ» και «ΓΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΓΡΙΕΣ» τα οποία συμπληρώνουν το ένα το άλλο, και μέσα απ’ τα βιώματά των ηρωίδων της ξεπρόβαλλαν οι Ηρωικές τους ψυχές.

Ριζωμένη η αφήγηση στην γλώσσα της Ελληνικής μας φυλής αναδεικνύει τον πλούτο,  τις παραδόσεις μας και τη σοφία λαϊκών ανθρώπων αλλοτινών γενεών.

Από τον πρόλογο  ξεχώρισα  τη διακριτή- πλεονεκτική χρησιμοποίηση της γλώσσας μας, των διδαχών της ζωής και την αγάπη της για τη γενέτειρα πατρίδα όπου γέννησε και γαλούχησε ήρωες.

Τα γραφόμενά της κλέβουν πράγματι το μαγδάνι των δακρύων αυτών των γυναικών και δίνουν τροφή για αειφόρο δύναμη. Ακέραιες αλήθειες ξεπηδούν, λόγια μεγάλης σοφίας, αποστάγματα ζωών! Τα βιβλία της παρακαταθήκη για όλους εμάς που διαβαίνουμε πίσω της. Μας άνοιξε  καθάριους – φωτεινούς ορίζοντες και μας διδάσκει αυτά που της δίδαξαν οι Ηρωίδες της: Πως  ποτέ δεν πρέπει να ξεχαστούν οι Αξίες, οι Θυσίες και  η Αγάπη που διδάχτηκε  και εφάρμοσε. Με ορθάνοιχτα τα μάτια της ψυχής μολογούσε τον ανελέητο πόνο τους που τις δυνάμωσε για να υπερνικούν το φόβο και τη παραίτηση.

Ηρωίδες μανάδες! Ηρωίδες γριές! (Είτε λεγόντουσαν: Βάβω Λένη, Βέργω, Σταυριανή, Πανωραία…, όλες είπαν την δική τους ιστορία και δίδαξαν  με τις πράξεις τους).

Ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό γυναικείων χαρακτήρων  συμπληρώνουν το πάζλ της ζωής. Με το χρωστήρα της πένας της ζωντάνεψαν μνήμες, σαγηνευτικά ακούσματα με τον μαγευτικό αυλό των δικών της ανθρώπων.

Μάζεψε  τη γύρη απ’ τους ανθούς και γέμισε  την κυψέλη του μυαλού μας. Τα  βιβλία της είναι, Αφύπνιση συνείδησης, με τα αποστάγματα των ρήσεων έτοιμα για τροφή. Σαν τη Νεράιδα της αφήγησης της (που ετοίμαζε προίκες για τους αγαπημένους της πριν αποχωρήσει για το μεγάλο της ταξίδι..), μας άφησε  κληρονομιά!  Σαν καλός θεριστής θέρισε  τα καρποφόρα στάχυα και μας τα προσέφερε καλοψημένο- μυρωδάτο ψωμί  στην Τράπεζα της Γνώσης με παραδειγματικά αψεγάδιαστο τρόπο. Παντού επικρατεί η σύνεση, η αγωνία και ο αγώνας για ζωή  και προσφορά. Μέσα απ’ τα βιβλία της ξεφύτρωσαν αθάνατες αλήθειες βάζοντας «κατά πάντα» τον άνθρωπο της ματαιότητας, ορθώνοντας το ανάστημα των ηρωίδων σε θέση υπεράνθρωπη.

Αξιολάτρευτη μανούλα! Αξιολάτρευτη γιαγιά, Βάβω Αλεξάνδρα! Ξεχώρισε με τη μοναδικότητά της!

Στο πρόσωπό της είδα τους δικούς μου αγαπημένους ανθρώπους που χρόνια με γαλουχούσαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε  κι εκείνη . Πραγματικά σας μιλώ! Τα λόγια της  ήταν  θησαυρός στην ψυχής μου. Απόδιωξε  απ’ τη  ζήση της κάθε όργιο συναίσθημα κι έδινε το ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ με την παραδειγματικά ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ συμπεριφορά της!

 

Ηρωική  όπως οι ηρωίδες της στάθηκε ως το τέλος! 
Σαν αυτές που δεν υποτάχτηκαν!  
Που δεν παρέδωσαν τα όπλα αμαχητί!  
Ηρωική μάνα όπως πάντα!  
Ηρωική Βάβω, μανίτσα κι ας δοκιμαζόταν!...
Την κρατώ ζωντανή  στην καρδιά μου. Υπήρξα πολλή τυχερή που γνώρισα τον πλούτο της ψυχή της!Ελαφρύ το χώμα στο Πολύδωρο Ιωαννίνων  που την σκεπάζει! 
Ταξίδεψε για τα ουράνια σε ηλικία 82 ετών .

Αιωνία η μνήμη της!

 

ΠΑΡΗΓΟΡΑ ΛΟΓΙΑ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη
 (Το ποίημα που έγινε αφορμή για την γνωριμίας μας )
 
Μην κλαις παρηγοριά μου!
Τα χέρια μου απλωμένα σαν φτερούγες
 την βροχή και τα σύννεφα κρατούν˙
 τα περιβόλια θα ποτίσω με τα δάκρυά τους
 να αναστηθούνε τα καρπόκλαδα τα απότιστα.

 

Μην κλαις παρηγοριά μου!
Η ψυχή μου, θέρμη ζεστή,
την νοτιά της ομίχλης εξανεμίζει‧
στις στέρνες του ουρανού μαζεύονται τα δάκρυά της,
βροχή δροσιάς θα πέσουνε και θα σε δροσίσουν.

 

Μην κλαις παρηγοριά μου!
Αραδιασμένα στο μεγάλο τραπέζι της καρδιάς,
δυόσμος και βάλσαμο,
σε κούπα δίστομη θα ρίξω βότανα να σε ζεστάνω‧
καινούρια περιβόλια θα φυτέψω,
να ‘ρχονται αηδόνια και  καναρίνια‧
να σου τραγουδούν απ’ την αυγή ως και την άλλη αυγή!

 

Μην κλαις παρηγοριά μου!
Τα αστεράκια του ουρανού σκέπασμα θα γενούν
και το φεγγάρι το ασημί, θα στολίσει με ασημοφώς
τους άχρωμους τοίχους της νύχτας‧
ψιθυριστό τραγούδι ο Απόλλωνας θα ψέλνει στα αυτιά σου
κι εσύ, σεμνές σπονδές θα του προσφέρεις.

 

Μην κλαις παρηγοριά μου!
Μεγαλύτερη παρηγοριά  από σένα δεν έχω!
Παρακαλώ τους θεούς, την βροχή και το βάλσαμο
Αγάπη να σου δίνουν
και να σου τραγουδούν μελωδικά τραγούδια‧
δροσιά να ρίχνουν και να δροσίζεσαι όταν ιδροκοπάς‧
Βάλσαμο να σου φτιάχνουν σε δίστομη κούπα,
όταν δεν θα υπάρχω!...
 
Μην κλαις παρηγοριά μου!
Στις κουρτίνες του παραθύρου έρχονται περιστέρια
και μου φέρνουν μηνύματα
κι ο Ερμής
μου ‘φερε γράμμα το βράδυ στα όνειρά μου.
Το άφησε πάνω στο τραπέζι και το διάβασα.
 
Χτες βράδυ,
άφησε ο Ήλιος το άρμα του στην πόρτα σου‧
 του τάιζες τ’ άλογα όλη τη νύχτα‧
 σε έκανε αφέντρα του!
 Και το ξημέρωμα,
 η Πούλια στάθηκε στο προσκεφάλι σου
 μαζί με τον Αυγερινό.
 Σου φόρεσαν ολόχρυσο στεφάνι στα μαλλιά.
 Σε πήραν και ταξίδεψες μαζί τους.
 Είδες  τον κόσμο από ψηλά! 
 
Μην κλαις, παρηγοριά μου!
Όλα θα φτιάξουν. Θα δεις!
Ο Ήλιος σε φώτισε.
Σε έκανε δική του.
Μην κλαις!

ΠΟΣΟ  Σ'  ΑΓΑΠΩ της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά.

 

Δίψασα και μούφερες δροσιά στα φύλλα. 
Πείνασα και μούφερες ασπάραγγους και μήλα. 
Νύσταξα κι έγινες στρώμα για να κοιμηθώ. 
Πόνεσα κι έγινες φάρμακο να μη πονώ. 
Ξύπνησα και ήσουνα εσύ το όνειρο που είχα δει.. 
Έφυγα και είσαι συ η αλήθεια της ζωής μου. 
Και γύρισα ξανά, σίγουρη πως δεν υπάρχει θάνατος. 
Και σου τραγούδησα μονάχα το τραγούδι της βροχής. 
Και είδα αγάπη μου τα μάτια σου να κλαίνε. 
Και είδα τα χέρια σου στεφάνι, στης γης το μέγα το δακτύλιο. 
Και γω τελεία, τόση δα, όση η σκόνη. 
Και έβαλες τη σκόνη στην καρδιά σου, και έγινα ο βράχος των αιώνων, 
και έγινα η γη, η αθανασία, ο αγέρας.  Νάξερες   πόσο σ΄αγαπώ.

 


Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

«ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΡΙΟΝ» της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά

Η βρώμικη μπίζνα του δέρματος 

Συσκευαστήριον

Συσκεύαζαν τα δέρματα,
Μεγάλη η ζήτηση, αγωνία,
Τσάντες, πορτοφόλια,ζώνες.
Οι μηχανές τρέχουν, βογγούν.
Κοπτοράπτες, κόβουν- ράβουν,
Μοντελίστ, εργάζονται πυρετωδώς,
Άλλες μηχανές λαδωμένες πετούν.
Γαζώνουν, Ενώνουν, Σχηματιποιούν,
Μια παραγωγή θα βαφεί χρυσή.
Οι ζώνες ταξινομούνται κατά μέγεθος.
Και γω φαντάζομαι το δικό μου δέρμα,
Στα βυρσοδεψία των Ακτών της Λήθης.
Να κάνουν τσάντες μικρές και μεγάλες.
Μια μεγάλη τσάντα, θα κρατά η αρκούδα.
Δερμάτινες κορδέλες θα φοράει η ελαφίνα.
Μια ζώνη χρυσή θα φοράει η καρακάξα
Της αρέσουν τόσο τα φανταχτερά.
Εκείνο που θα μείνει αδιάθετο
Θα είναι η αγάπη και οι σκέψεις μου.
Αυτές χωρίς αξία  θα πεταχτούν
ΣΤΟΝ ΚΑΛΑΘΟ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ.
 
Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά 
 
 

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

"ΜΑΝΑ ΠΕΙΝΑΩ" του Χρήστου Θωμά. (Από το αρχείο της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά).

Αποτέλεσμα εικόνας για αλεξάνδρα παυλίδη θωμά

Τα χρόνια ήταν δύσκολα και μελαγχολικά. Το σπίτι ήταν μικρό δυο κάμαρες. Δυο κάμαρες με μια σκάλα πέτρινη που κατέβαινε στο κατώι. Αυτό το σπίτι πρέπει να το είχε ο αγάς για τους υπηρέτες του.
Άργησαν να κατεβούν στην Παραμυθιά. Δεν ήρθε και κανένας από το χωριό τους. Όλοι τράβηξαν κατά τα Γιάννενα.
Πριν γεράσει ο πατέρας της, βοήθαγε και κείνη και η μάνα της και έβαναν κάρνα και τα πήγαινας στα Γιάννενα στα μαγαζιά. Τώρα όλα τα ερήμωσε ο πόλεμος. Πόσες φορές, δεν είδαν τα χωριά τους να καίγονται; Πόσες φορές δεν κρύφκαν κάτω από σπέλες και από πάνω πέρναγαν οι οχτροί. Γερμανοί, Ιταλοί, Τσάμηδες. Και ύστερα, οι δικοί μας οχτροί μεταξύ τους ήταν και αυτοί. Εχθροί ήταν όλοι. Και καλά οι ξένοι, μα και οι δικοί τους. Ναι και οι δικοί τους. Τους άρπαζαν το ψωμί, μα που να μιλήσεις. Χωριανοί τους ήταν και οι από δω και οι από κει. Έτσι στον εμφύλιο ήρθαν στην Παραμυθιά. Καλά ήταν. Ο κόσμος όλος γράφκε στα ντεφτέρια. Το χωριό τους δεν είχε καεί. Έτσι δεν μπορούσαν να πάρουν φράγκο. Είχαν και πατέρα στα ξένα χαμένον. Ούτε γράμμα ούτε γραφή.
Και η Παραμυθιά ήταν πολύ όμορφη, έτσι που ήταν χτισμένη στην πλαγιά,όπως το χωριό τους. Και οι δρόμοι είναι γκαλντερίμια έτσι είναι τα χωριά που είναι σε πλαγιά. Και στο χωριό τους, τα σπίτια είναι δίπατα και τρίπατα όπως του Μάντζιου και του Σαράκη. Δεν είναι όμως κάστρα, όπως των αγάδων. Τι κάστρα δηλαδή γκρεμισμένα καταστραμμένα σε πιάνει φόβος σαν διαβαίνεις μπροστά.
Το κατηφορικό έδαφος τους ανάγκαζε να κάνουν κατώγια και γκουμπέδες.. Μέσα στο κατώι έβαζαν τα λίγα ζωντανά τους, μια κατσίκα και λίγες κοτούλες το γομάρι και τα πρόβατα. Οι αγάδες σίγουρα σε τούτα τα τεράστια σπίτια δεν βάζανε ζώα κάπου θα είχαν υποστατικά όπως είχαν και κάποιοι στο χωριό τους.
Κλειδωναν καλά το κατώι και έβαζαν σε μια τρύπα που είχαν στον τοίχο για να βγάζουν τις κότες μια μεγάλη πέτρα και μια πλάκα. Μέσα έβαζαν σε μια γωνιά χωρισμένη με τσατμά το λίγο τυρί που έκαναν από την κατσικούλα τους. Κάθε τρεις μέρες μάζευαν το γάλα οι τρεις γειτόνισσες και ΄εβαζαν τυράκι.Μια μέρα η μια, μια μέρα η άλλη και την πριάλη μέρα η τρίτη.
Έτσι το γάλα ήταν περισσότερο και γένουνταν μια τσαντίλα τυρί ίσα με μια οκά.Το τυρόγαλο δεν το πέταζαν, με αυτό έκαναν γκίζα που την έβαζαν μέσα σε τομάρι από κατσίκι, το ασκί.
Την γκίζα την έκαναν και ξερή όπως τώρα τη μυζήθρα για μακαρόνια. Ήταν τόσο αρμυρά που δεν γλωσσιάζονταν.
Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν, μα όπως άκουγα από τις γειτόνισσες εκείνη τη χρονιά έχασαν το λίγο στάρι που είχαν σε μια σποριά τόπο. Πριν το θερισμό έπεσε χαλάζι θιάμα ίσα με λεφτόκαρο Έπεσε πείνα μεγάλη. Πολλές οικογένειες ζήταγαν βοήθεια από τη Μητρόπολη. Δεν γνώριζαν κανέναν, που να πήγαιναν.
Ετούτη η πείνα έμοιαζε με της κατοχής. Τα βράδυα έκαναν ζεματήρα. Νερό με λίγες σταγόνες λάδι και μέσα λίγο ψωμί να φουσκώσει και πολύ καφτερό κόκκινο πιπέρι. Το μοίραζε η μάνα με το ξύλινο χουλιάρι.. Μια κουταλιά δική της δυο του παιδιού του ασκάραντου και μια και μισή της τσούπρας.
Ήταν μεγαλύτερη. Κοίταγε με θυμό τη μάνα της. Και κείνη πεινάει κι ας μη φωνάζει πεινάω, όπως το ασκάραντο.
Ο Χρήστος πήρε το τσιμπολόι με το βιβλίο και το τετράδιο, και πήγε για το σχολείο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στο σχολειό τα πόδια του λύγισαν, τα ματάκια του έκλεισαν και έπεσε καταγής.
Έτρεξε μια γυναίκα και φώναξε, ουι χαλασιά μου, πέθανε το παιδί τση Μπίλως..
Αλαφασμένες έτρεξαν να της πάνε το χαμπέρι. Ο Χρήστος έπεσε κει σιακάτου μπαϊλντισμένος.
Έτρεξε κουτρουβαλώντας στα γκαλντερίμια.Με τα ποδάρια της απόδετα.
Το άρπαξε το έβαλε στην αγκαλιά της και άρχισε να το μοιρολογάει. Χρήστο μου παιδάκι μου.
Σκάσε, της είπε η αδερφοπτή της. Σκάσε, το παιδί δεν έχει τίποτε.
- Άντε μη σου πω καμιά κουβέντα βαριομέζα που το παιδί δεν ανοίγει τα μάτια να με δει, και συ λες πως δεν έχει τίποτας.
Μέσα στην ποδιά της, καθώς το ζέσταινε, άκουσε να της λέει, μάνα ψωμί και ξανάκλεισε τα ματάκια του.
Ήταν δώδεκα χρονών και χώραγε στην ποδιά της.
Κοίταξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Αντράπκε, άκουσαν όλοι το παιδί να λέει μάνα ψωμί, μάνα πεινάω.
Μπορεί να πείναγαν όμως δεν ήθελε να το ξέρει ο κόσμος. Είχε μπάλα. Ποτέ δεν ζήτησε τίποτε και το μόνο που ζήταγε ήταν δουλειά, μα δεν την έπαιρναν. Ήταν γριά στα εξήντα της χρόνια.
Η αδερφοπτή της, την κοίταξε με πόνο. Σύρτο στη μητρόπολη να του δώσουν αλεύρι και τυρί γάλα και ρούχα, να του δώσουν λεφτά τώρα που είναι άρρωστο, σύρτο.
Δεν είμαι γραμμένη, το ξέρεις τι μου λες.
Σύρε να ταΐσουν το παιδί και μετά θα μπορέσεις να γραφτείς.
Πάνω από το κεφάλι της ήταν μια κυρία καλοντυμένη. Φορούσε και μια άσπρη ποδιά λουλουδάτη γυρισμένη σιαπάνου, κάτι είχε μέσα.
Πήρε παράμερα την αδερφοπτή της μάνας και της έδωσε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί. Είχε και ένα ντενεκεδάκι με γάλα.
Αύριο εδώ τους είπε.
Την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος, η μάνα περίμενε τη γυναίκα. Δεν ήταν ξένη την ήξερε από το χωριό. Ένοιωθε ντροπή, μα το παιδί της ήταν σε κίνδυνο.
Ήρθε και της έδωσε γάλα και ψωμί. Κοίτα να δίνεις στο παιδί και ένα αυγό…… Ξέρω- ξερω, όμως το παιδί έχει αδενοπάθεια, χρειάζεται καλή τροφή. Στο χωριό μας δεν έχετε κανέναν;
Χουχλουβάγιες θα λαλάν στο σπίτι μας,έχουμε χρόνια που γυρίζουμε σαν τους γύφτους. Πότε στα Γιάννενα πότε στα χωριά. Και τώρα εδώ λέμαν να στήσουμε κορωνιό.
Όσο είστε εδώ εγώ θα κοιτάω το παιδί, όμως στο χωριό θα μπορείς να βάνεις και ένα μποστάνι, λίγο λιανό, λίγα καλαμπόκια. Σύρε το παιδί θέλει καλό φαΐ. 
Άνοιξε το σχολειό και στο χωριό μας. Είναι δάσκαλος ο Αγγελίδης. Να δεις πως θα είναι καλύτερα στο χωριό.
Σε λίγες μέρες έμασε το καταντιό του σπιτιου έδεσε την κατσίκα με μια τριχιά και ανηφόρισε κατά τη σκάλα.
Το παιδί γκότσι.
Πως να ανεβείς τούτη την ανηφοριά δύσκολο. Το παιδί πότε κοιμούνταν και πότε ζήταγε λίγο ψωμί. Μάνα πεινάω. Δίπλα της η τσούπρα της, ανέβαινε τραβώντας την κατσίκα ενώ σε ένα σακκούλι στην πλάτη είχε δυο κότες. Τις άλλες τις πούλησαν.
Εκεί στο χωριό τα πράγματα πήγαν καλά. Έδιωξε τις χουχλουβάγιες από το σπίτι. Παρακάλεσε τα σόγια να της δώσουν κάνα θηλυκό κατσικάκι η προβατάκι, να το μεγαλώσει να πιάσει κοπάδι, και άλλο κανένα ζώο και να τους το γυρίσει άμα πιάσει μαγιά.. Πήγαινε όπου είχαν σκάλο, θέρο, παντού. Έτρεχε στις δέσες για το νερό. Κόπος πολύς.
Ανάπιακε το νοικοκυριό της. Σε δυο χρόνια ξανά στην Παραμυθιά να πάει το παιδί στο γυμνάσιο.
Τώρα είχε είκοσι πρόβατα και μια γίδα. Έβανε μποστάνι, καλό καλαμπόκι και λιανό. Θα πούλαγε τα αρνιά ένα το μήνα θα μάζευε και ότι μπορούσε να μάθει γράμματα το παιδί. Η τσούπρα ήταν κουφή, αυτή ήταν για τα χωράφια θα έμενε στο χωριό. Άκουγε δηλαδή μα δεν άκουγε καλά και έτσι τη φώναζε όλο το χωριό η κουφή..
Και πήγαν στην Παραμυθιά πολλά παιδιά απ΄ το χωριό τους.
Και νοίκιασαν ένα δωμάτιο ο Χρήστος, ο Μέλτος, και ο Θόδωρος. Ήταν σόι τα τριά παιδιά από το χωριό δυο αδέλφια και κείνος. Τότε για να πας γυμνάσιο έδινες εξετάσεις και μπήκαν με την πρώτη και οι τρεις. Και πήγαιναν σκολειό με τα καπέλα τους με παπούτσια τους έστω και μπαλωμένα.
Έφερναν οι μάνες ψωμί κάθε Σάββατο και ξύλα στην πλάτη να τα πουλήσουν στο παζάρι να πάρουν ότι χρειάζονταν τα παιδιά, μα και αλάτι και βαφές για τις φλοκιάρες.
Έφερναν και τα ρούχα καθαρά, ασιδέρωτα, που σίδερο στο χωριό τότε. Τα έβαζαν κάτω από το κρεβάτι να στρώσουν.
Τη δεύτερη χρονιά ο Χρήστος λιγοθύμησε. Τρόμαξαν τα παιδιά. Φώναξαν βοήθεια.
Πήγαν σκιαγμένα γρήγορα στον τηλέγραφο να πουν στο χωριό τα χαμπέρια.Ο τηλέγραφός δεν έπιανε. Ποιος να πάει και ποιος θα μείνει, έριξαν σπορτίτσα.Θα πάει ο Μέλτος. ο Μέλτος τρομαγμένος μα έπρεπε να πάει ήταν φίλοι πάντα. Εφτά ώρες περπάταγε. Έτρεμε το φυλλοκάρδι του όταν άκουγε σκυλιά μα έφτασε στο χωριό… Ο Μέλτος και ο Χρήστος, έτσι έμειναν ως το θάνατό τους φίλοι. Σαν είδε η μάνα το Μέλτο τση κόπιε η ανάσα.
Και πήραν το δρόμο για την Παραμυθιά. Έφτασαν. Είχε περάσει μια ολόκληρη μέρα. Η δόλια η μάνα έτρεμε ήθελε να μάθει για το παιδί. Της είπαν πως πήγε ο γιατρός μόνος του να το δει.
Διάγνωση, μεγάλη αδενοπάθεια. Συνταγή, φάρμακα μα και καλό φαγητό. Βούτυρο, γάλα αυγό και κρέας.
Γεμάτη απόγνωση το πήρε καβάλα στο γομάρι του Σωτήρη για το χωριό. Τώρα ήταν μεγάλος δεν ήταν σαν τότε που τον πήγε στην ποδιά και γκότσι. Αλήθεια τώρα ήταν μεγάλος ή τότε ήταν πιο γερή;
Όταν έφτακε στο σπίτι, έβαλε το σκουσμό. Τώρα τούτο το παιδί είναι σακάτικο. Μπορεί να μην ξαναπάει στο γυμνάσιο.
Λύθκε το κορμί της ετούτο ήταν η απαντοχή της, τα άλλα έφκαν για την Αθήνα, έπιακαν δουλειά, τούτο ήταν άρρωστο πα να πει φθισικό. Της είπε ο γιατρός ο στραβοτσιάγουλος, πως άμα του δίνει να τρώει θα γένει καλά και θα πάει ξανά στο γυμνάσιο.
Χάρκε, και έβγαλε το σκασμό, μετά ανασκουμπόθκε και έβαλε τα δυνατά της, μέχρι πλάκες έστηνε, στο σώχωρο να πιάνει τσιρούλια να τα ψένει να τρώει το παιδί.
Πήγαινε για τα πρόβατα και μάζευε μπόρπολα να του ψήνει να τρώει. Μέχρι σκατζόχερι έσφαξε για το παιδί της. Έτρωγαν και οι άλλοι στο χωριό τους.
ο γιατρός όταν περνούσε κατά τα χωριά, πέρναγε να δει το παιδί. Τα μάγουλά του άρχισαν να κοκκινίζουν. Πάχυνε,ψήλωσε, και η μάνα καμάρωνε πως έκανε το τυρί τους χωρίς βούτυρο. Το βούτυρο το έβγαζε στη βλάντα για το παιδί της, να το βάνει σε λίγο ψωμί.
Του έφερε ο γιατρός βιβλία από την Παραμυθιά, δικά του βιβλία, να διαβάζει να μη χάσει τη χρονιά.
Και διάβαζε και έπαιζε φλογέρα και έγραψε το πρώτο του βιβλίο με πατριωτικά ποιήματα.
Σε έξη μήνες και ενώ το σχολείο τελείωνε πήγε για να δώσει εξετάσεις. Αν έγραφε θα του χάριζαν τις απουσίες. Και έγραψε.
Βέβαια τα παιδιά του χωριού που ήταν στο γυμνάσιο, στις γιορτές που ήρθαν, τον βοήθησαν πολύ.
Πήγε έδωσε εξετάσεις και πέρασε.
Αυτό ήταν. Από τότε τα αδέλφια του νοιάστηκαν αφού μια χρονιά σχεδόν έλειπε και κατάφερε να περάσει θα τον βοηθήσουν.
Ένα παλιό δικό τους ρούχο, μια κονσέρβα γάλα, λίγο σταρένιο αλεύρι λίγες δραχμές.
Τελείωσε το γυμνάσιο, πήγε φαντάρος, τελείωσε και τη σχολή δημοσιογραφίας και έγινε ένας διακεκριμένος πολίτης.
Η γυναίκα που του έδινε ψωμί στην Παραμυθιά, ήταν η μάνα του Στέφανου του Σαράκη. Η πεθερά της Ιφιγένειας.
Με τόση φτώχεια, αυτά τα παιδιά, με τόσα βάσανα κατάφεραν να ανοίξουν τους δρόμους της ζωής τους. Και ήταν πάντα έτοιμοι για θυσίες.Άνοιγαν δρόμοι πολλοί τότε μπροστά τους. Ποιον θα ακολουθούσε ο κάθε ένας, ήταν δικός του λογαριασμός. Όλοι ‘ήθελαν να φύγουν, όλοι ήθελαν κάπου να παν. Σαν να μη τους χώραγε ο τόπος τους.
Ήταν όμως και το πάθος, να έρθουν στην Παραμυθιά από τα χωριά, από την Παραμυθιά να πάνε στα Γιάννενα, από τα Γιάννενα στην Αθήνα, στην Αυστραλία, στην Αμερική και την Ευρώπη. Να δουν κόσμους, να κυριέψουν κόσμους.
Για να σπουδάσουν τα παιδιά,οι μάνες έφερναν στην Παραμυθιά καλούδια για πούλημα.
Στην πλάτη τα έφερναν, ζαλικωμένες τα κουβάλαγαν από το Σαλονίκη, τη Ρίζα και τα χωριά της Σκάλας. Ξύλα, φουσκί, αυγά, κότες, μποστανικά.
Έτσι αυτοί που πήγαν κοντά, γύρισαν πίσω στα χωριά τους. Έμειναν σιακάτ΄ όσοι έφυγαν κατά τη θάλασσα. Κάποιοι γύρισαν πίσω στα χωριά τους, για να φύγουν σε λίγο οι νέοι, και να μείνουν μαυροφορεμένες οι γυναίκες σαν κουκουβάγιες, να μοιρολογάν τη μοίρα τους τη μαύρη. Χωρίς άντρες χρόνια, χωρίς δικό τους κουμάντο, κάτω από μια σκληρή πεθερά πέρασαν τα χρόνια τους. Και τώρα έμειναν να περιμένουν τα Καλοκαίρια και τις Πασχαλιές να δουν στο σπίτι τους τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Και ως να έρθουν να φύγουν και να μείνουν πίσω με τον πόνο στα χουλιάρι της καρδιάς.
Και αν τους έλεγαν να πάνε στα ξένα ακόμω και στην Αθήνα, δεν ήθελαν, πως θα ζήσουν χωρίς αέρα στην Αθήνα, χωρίς κήπο, χωρίς τα   τους. Πως θα ζήσουν χωρίς τη ρόκα τους, χωρίς να ακούν τον κότσυφα να λαλάει, τον κούκο να φέρνει την Άνοιξη, την κουκουβάγια να φέρνει το θάνατο, πως θα ζήσουν χωρίς να ακούν το αηδόνι και την καρδερίνα;Εδώ θα πεθάνουν οι γέροι, κουράσθηκαν, είναι πολλά τα χρόνια κι ας περάσαν γρήγορα.

Του Χρήστου Θωμά
(Από το αρχείο της Αλεξάνδρας  Παυλίδου - Θωμά).

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Κριτική άποψη της συγγραφέως Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά για το μυθιστόρημα «ΑΛΦΕΣ» της Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη στην σελίδα http://cheimarros.eu.

Η κυρία Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη μας έδωσε το δεύτερο βιβλίο της «ΑΛΦΕΣ». Kαι είναι οι «ΑΛΦΕΣ» της, ένα βιβλίο που συγκινεί, που σε κάνει να γυρνάς πίσω στα δύσκολα χρόνια που η επιβίωση ήταν δύσκολη. Που οι άνθρωποι ήταν σκληροί σαν την πέτρα. Βίαιοι σαν το σίδερο που δάμαζε τη γη.
Μαστόρισσα του λόγου κάνει ανατομή ψυχών, πληγώνεται, κατανοεί, συγχωρεί.
Στο βιβλίο της των 280 σελίδων βρίσκεις την ηθογραφία του τόπου που μεγάλωσε. Τα ήθη και τα έθιμα. Τη σκληρή ζωή των ανθρώπων που αφού υπόταξαν τη γη, ήθελαν να υποτάξουν και τον άνθρωπο το δικό τους άνθρωπο. Να τον κάνουν σκλάβο τους. Εργάτη τους. Η γυναίκα, πολύ της ήταν, αν την είχαν για άνθρωπο.
Η εξομολόγησή της γίνεται μπρος στον Θεό, την ώρα που σηκώνει ένα -ένα τα πέπλα της αληθείας, της δικής της μοναδικής αλήθειας.
Δεν την γνώριζε αυτήν την αλήθεια η Μαρία και την έψαχνε παντού.
Ήρθε όταν οι μάρτυρες δεν υπήρχαν, Μα και αν υπήρχαν δεν μίλησαν. Ίσως να ήταν ορκισμένοι στη μοίρα τους. Στη μοίρα που τους όρκισε, στη μοίρα που τους σφράγισε με του πόνου το φίμωτρο. Όταν υπήρχε μόνο η Μαρία, οι προβληματισμοί της και τα κομμάτια της ζωής της, ένα- ένα, οι σιωπές… Έψαχνε μέσα της, έκλαιγε γιατί;…
Εκεί δεν σταμάτησε, γνώριζε πως εκεί που ακούμε το πρώτο μας λόγο, εκεί που μπουσιουλάμε υπάρχει και το βοτάνι της γνώσης και της λησμονιάς.
Δεν θέλει να λησμονήσει, ούτε να λησμονηθεί. Να καταλάβει θέλει, να μπορέσει να συγχωρήσει.
Τρέχει στους λάκκους στα χωράφια, παίζει κρυφτό με τις ηλιαχτίδες ή του φεγγαριού τη χάση ανάμεσα στις καλαμιές της ζωής της, καθώς προσπαθεί να μάθει, να μαντέψει, να καταλάβει.
Θέλει να δώσει, μα για να δώσει, έπρεπε να βρει, να καταλάβει η ίδια τις σκιές του φόβου της των πληγών της.
Παίζει με τη ζωή, που ξεφυτρώνει παντού σαν λουλούδι.
Μάνα είναι και θέλει να δώσει στα παιδιά της την άλλη θέση του κόσμου, του δικού της παλιού κόσμου. Του κόσμου του πόνου που τον έκρυβε η σιωπή.
Και θαυμάζει όλα όσα θα της έδιναν το βήμα της ζωής της. Σχολείο, ραπτομηχανή, αργαλειός.
Και από μικρή ζυμώθηκε στο κάλεσμα της γης. Ήθελε; Μα κι αν δεν ήθελε, τότε ή πάντα ο άνθρωπος της γης για να ζήσει με αυτήν, πρέπει να την αγαπά σαν λιβάδι ονείρου, σαν λασπότοπο σκληρής αλήθεια σαν… σαν… σαν...
Γονείς παππούδες περνάν από την κρησάρα του χρόνου. Γεννήτορες, βασανιστέ;;;; Βασανίζουν και βασανίζονται. Μα η Μαρία στο τέλος τους δικαιώνει όλους. Τους δικαιώνει ο χρόνος, η Μαρία, ο καλός της σύντροφος και τα παιδιά της. Κλείνει πίσω της το παρελθόν χωρίς να διαγράφει ούτε λέξη.
Πως να πράξεις άλλα από αυτά που έμαθες, πίσω από τα κρεβάτια του πόνου στην εργασία της;
Δικαιώνει ακόμη και αυτούς που σκότωσαν ένα μικρό κομμάτι της ψυχής της.
Τώρα λυτρωμένη θα προχωρήσει στη ζωή και ελπίζω πως δεν θα αφήσει το μολύβι της σε αργία.
Ακούστε την.
Το μοιρολόι:

Σε στόλισαν με τα καλά
να πας στο πανηγύρι,
και μ΄άφησες μονάχη μου
σαν καλαμιά στον κάμπο
με δυο παιδάκια ορφανά
μέσα στη σαρμανίτσα.

Ποια θα τους πλένει τα σκουτιά;
Ποια θα τους μαγειρεύει;
Ποια θα τους λέει παινέματα
και ποια θα τα νταντεύει;

Και ύστερα μονολογεί:
«Στην αρχή προσπάθησα να ωραιοποιήσω τις ιστορίες μου, χωρίς ποτέ να κρύψω την αλήθεια. Έκανα τις καταδύσεις μου στο βυθό του μυαλού και της σκέψης. Ρωτούσα να βρω τις πληροφορίες μου και με πόνο ψυχής ανακάλυψα όλα όσα δεν είχα ανακαλύψει ως τότε. Έτσι σιγά σιγά γαλήνεψα γιατί έμαθα την αλήθεια και κατάλαβα το σκοπό της ζωής.

Τηλ παραγγελίας του βιβλίου: 26140005077 Εκδόσεις «ΤΟ ΔΟΝΤΙ».
Πολύ ωραία έκδοση, περιποιημένη. Το εξώφυλλο είναι έργο της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

«ΤΡΑΓΟΥΔΙ» της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά.



ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Αυτή τη μέρα θέλησα να τραγουδήσω.
Ένα μοιρολόι από τα παλιά.
Ένα μοιρολόγι που το τραγούδαγε η βάβω μου,
στης χαράς μας τα πανηγύρια.
Αυτή τη μέρα θέλησα να βγω περίπατο
στου ουρανού το μέγα μονοπάτι.
Όμως η λίμνη του Γαλαξία δεν άνοιγε,                                    
θέλησα να ανοίξω με το κλειδί της καρδιά μου,
Προσπάθησα να φτερουγίσω με σπασμένα φτερά.
Τ΄ αστέρια εμπόδιζαν τη διαδρομή της παρείσακτης.
Τ΄ αστέρια έκαναν ένα κύκλο φυλακής,
τον κύκλο της τρικυμίας των βράχων,
τον κύκλο των πολύκορφων  βουνών.
Των δικών μου βουνών. Των βουνών της ύπαρξής μου.

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά.


Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

«ΙΣΩΣ» της Αλεξάνδρας Παυλίδου - Θωμά


ΙΣΩΣ

Ήμουν δυνατή,
γιατί μπορούσα να κρύψω τα δάκρυά μου,
πίσω από το νερένιο καταράκτη της πηγής τους.
Ήμουν δυνατή
γιατί τις κραυγές του πόνου μου, τους έκανα τραγούδι.
Ένα τραγούδι δημοτικό, μια άρια τραγική.
Ήμουν δυνατή
γιατί τις σφιγμένες γροθιές του θυμού μου,
τις έκανα πολύχρωμα κουβάρια μοντέρνας τέχνης,
Ήμουν δυνατή
γιατί αυτό μου είπαν και τους πίστεψα.
Έτσι κουβαλούσα στην αδύναμη πλάτη μου
όλους τους πόνους, όλων όσων αγαπώ.
Μήπως η δυναμή μου ήταν η ΑΓΑΠΗ;
ΙΣΩΣ

Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά