Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

«Η ΑΠΟΥΣΙΑ» απόσπασμα από την υπο έκδοση Νουβέλα " ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ" της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη


«ΖΕΥΓΑΡΙ»  
Ιδιότυπη Ελαιογραφία της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

«Η ΑΠΟΥΣΙΑ»

(Απόσπασμα από την  υπο έκδοση Νουβέλα " ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ" της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη)

Αγριεμένος άνεμος σάρωνε τα κιτρινισμένα καρυδότσουφλα της  γυμνωμένης  καρυδιάς κι ο Αδάμαστος για πολλοστή φορά σφράγισε  την εξώπορτα γυρίζοντας τέσσερις φορές το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Χρόνια, τώρα, παρέμενε αμπαρωμένος στην κατακόμβη του βιώνοντας  τα πιο πένθιμα κι αφέγγαρα βράδια της ζωής του. Η θαλπωρή της συντροφικότητας  είχε εκπνεύσει προ πολλού κι αναζητούσε παρηγοριά στα  απομεινάρια  του τζακιού.  Πηχτή μαυρίλα πλάκωνε την ψυχή του και σαν μαδημένο γέρικο πουλερικό, με φτερούγες τσακισμένες, εκλιπαρούσε μια μικρή απόδραση από την τυραννία της μοναξιάς. Στη σύντομη ζωή του, δεν πρόφτασε  να καταλάβει  το πόσο γρήγορα είχαν  ξενιτευτεί  η νιότης κι η λεβεντιά. Τώρα καλείται να την αποχαιρετήσει  με δίχως συντροφιά και συμπόνιας χάδια με  δίχως φιλία με δίχως λόγια παρηγορητικά να ζεσταίνουν  την κόλαση του.
Πικρός εκείνος ο ξενιτεμός! Ολοζώντανο θυμάται το τελευταίο φλεβαριάτικο απόγευμα στο περιβόλι με την  Εύα: προσπαθούσε να του προσφέρει λίγες νότες χαράς κι αισιοδοξίας, αλλάζοντας για λίγο τη διαδρομή που η μοίρα τους είχε  ετοιμάσει.
Ήταν χειμώνας. Εκείνη, χάιδευε τα μπουμπουκάκια της ανθισμένης μυγδαλιάς και χαμογελούσε καθώς  είχαν σηκώσει ανάστημα στη θαλπωρή του χειμωνιάτικου ήλιου. Θαρρείς κι ήταν ανάστερα  χερουβίμ ζωσμένα με ροδόχρωμες αχτίδες. Χάιδευε κι ο Αδάμαστος  το ροζιασμένο κορμό του  γέρικου δέντρου, αναθάρρευε  λες  κι ήταν παιδί που επιθυμούσε το χάδι του πατέρα για να ανδρωθεί και να ανθοβολήσει. Εκείνη, άφησε τα μάτια της  απ’ τον Αδάμαστο, κάρφωσε το βλέμμα στα ανθισμένα κλωναράκια της μυγδαλιάς κι ονειροπολούσε μαζί τους.
«Έτσι ομιλούνε, Αδάμ, τα μπουμπουκάκια, στον Παράδεισο! Να, έτσι, όπως ομιλούν τούτα τ’ ανθάκια του Θεού, αναμεταξύ τους. Σαν άγγελοι ηλιοφώτιστοι μπρος στον Δημιουργό τους» στράφηκε στον Αδάμαστο με πάλλευκη στωικότητα η Εύα. Τ’ αναθυμήθηκε τούτο ο Αδάμαστος και σαν τσακισμένη κληματόβεργα έγειρε το κεφάλι στις απαλάμες και ποτάμια δάκρυα αυλάκωσαν το ραγισμένο πρόσωπό του.
Από τότε, ολάκερες νύχτες, βολόδερνε στο άδειο σπίτι. Χάιδευε σπιθαμή σπιθαμή ό,τι πρωτύτερα είχαν αγγίξει τα χέρια της αγαπημένης του Εύας. Μαρμάρωναν τα  κάστανα μάτια του μπρος στο μπογιατισμένο πορτρέτο της νιότης.  Εκείνη, είχε χώσει τα  ντελικάτα ακροδάχτυλά της στα κατάξανθα κυματιστά μαλλιά του, εκείνος κρατούσε εκστατικά τ’ αναμμένο  τσιγάρο στα χείλη.
«Χεράκια μου, αγιασμένα…  Μαλλάκια μου, αγγελικά... Πρόσωπο θεϊκό και τίμιο…» μονολογούσε και φιλούσε τις  μπογιές που εικόνιζαν χέρια, μαλλιά  και πρόσωπο της αγαπημένης του. Άγγιζε και φιλούσε τις μπογιές σαν να φιλούσε παρθενικά κάλλη.
Μιλούσε... Φιλούσε… Έκλεγε… Γελούσε…
«Τούτα μ’ απέμειναν, τούτα φιλάω απ’ εσένα, καλή  μου!...» έλεγε και ξανάλεγε  λες κι η Εύα ήτανε πλάι του και δεχόταν παθητικά κι αμέτοχα τα φιλιά  και τα χάδια του.
Φώναζε τ’ όνομά της. Εκλιπαρούσε το γυρισμό. Η φωνή χτυπούσε του τέσσερις  τοίχους κι  επέστρεφε αφιλόξενη κι αγριεμένη βροντούσε  τζάμια, παραθυρόφυλλα,  ατσάλινους μεντεσέδες μπουσούλαγε σαν ερπετό στα πατώματα ανέβαινε στα σανίδια του γέρικου κρεβατιού χωνόταν στα παγωμένα κλινοσκεπάσματα κι έκανε τον Αδάμαστο να ανατριχιάζει.
Οι  χτύποι του ρολογιού σαν σφήκα κέντριζαν  την καρδιά του.  Διέστελλαν τις κόρες των ματιών  κι έκαναν τα κόκαλά του να τρίζουν. Θα ‘θελε να ‘χε φτερά να πετούσε για λίγο κοντά της, να βρισκόταν στο πλάι της, να τη φιλούσε, να της μιλούσε, να της φανέρωνε την αγάπη του.
«Στρατεύομαι, καλή μου. Στρατεύομαι!  Όπου να ‘ναι, σου ‘ρχομαι! Κοντός ψαλμός, Αλληλούια…», παραλόγιαζε.  
«Θα ‘ρθω να σε βρω, όπου και να ‘σαι! Τι κι αν βοριάδες, κεραυνοί κι ανεμοθύελλες, τσακίζουν το σακάτικο σκαρί μου; Τούτο το σώμα λυσσομανά.   Τρέμει τη θάλασσα της απουσίας σου. Πιθύμησε η  ψυχή να πιάσει λιμάνι στων αστερισμών τη φωτοχυσία. Λαχτάρισε  το σμίξιμο μαζί τους. Βιάζομαι. Δεν μου απέμεινε καιρός. Η μυγδαλιά μας ξεράθηκε δίχως  το χάδι και  το χαμόγελό σου. Ξεχάστηκε, ξεσκέπαστη στου κόσμου την αδιαφορία. Αγρίεψε η γλυκύτητα του ύπνου.  Σε  μονό προσκεφάλι νανουρίζεται ο στρατηλάτης πόνος και με αντάρα ο μονάρχης καβαλάρης, αφουγκράζεται…».
Χρόνια γεμάτα απουσίες… Η απουσία της, τον είχε τυλίξει με ολόμαυρο σάβανο. Καμιά χαραμάδα δεν είχε ξεμείνει ανοιχτή να μπει λίγη ελπίδα, λίγη φωτεινή  παρηγοριά. Σα ναυαγός, που βρέθηκε  δίχως τη θέλησή του να κολυμπά σε αγριεμένα πέλαγα, συντροφιά με τα σπασμένα κουφάρια που κάποτε κουβαλούσαν ζωή και τώρα κουβαλούν φορτίο αγωνίας, ξεβρασμένο στα κοφτερά βράχια της Μοίρας…
Κάποτε, του είχε μιλήσει:  «Ο άνθρωπος, όσο είναι στη γη, έχει τη ζωή που του αξίζει!... Αν δεν ανέβει στους Ουρανούς  να δει τους όμορφους ωκεανούς του Σύμπαντος που αποπνέουν κύματα Αγάπης, ποτέ δεν θα  μπορέσει η ανήμερη ψυχή να ευτυχίσει. Στα χέρια του Θεού,  μεταπλασμένη σε άστρο, θα σταματήσει τις μικρότητες απέναντι στον άνθρωπο. Θα εμβολίσει τα πάθη της, θα κεντήσει τις θλίψεις. Θα ελευθερωθεί απ’ τα δεσμά και μέσα απ’ τα φίλτρα του Θείου Νου, θα ξεχάσει και θα ζευγαρώσει με τη γαλήνη. Θα αφεθεί στον Πλάστη της  κι Εκείνος θα κανονίσει την θέση της μαζί Του!»
Τα αναθυμήθηκε όλα τούτα, ο Αδάμαστος. Τον έπιασε παράπονο. Ακόμη και  η προσπάθεια της ανασαιμιάς του είχε γίνει ανυπόφορη. Δίχως την Εύα πλάι του, ζούσε σε έναν κόσμο άκοσμο, βουτηγμένο στα τάρταρα. Η υπομονή είχε καταντήσει στείρα παλληκαριά. Πώς να οδηγηθεί στην αποδοχή της Μοίρας του; Του ήταν αδύνατο! Συνέχεια ρωτούσε «Γιατί; Γιατί, Θεέ μου;…»  και περίμενε απάντηση εκεί που ο Θεός είχε δώσει την απάντησή Του∙ μα οι ωδίνες της ζήσης ήταν ανένδοτες. Του χαρίστηκαν χωρίς να το θελήσει.
Από νωρίς η μπάντα του δήμου έπαιζε ρυθμικά, μέχρι που αργά τ’ απόγιομα  ο ψάλτης ήχος  ξεμάκρυνε κι απέμεινε ο Αδάμαστος έκθετος στη λιμασμένη απομόνωση. Πήγε πλάι στο σβηστό  τζάκι. Πήρε στα χέρια το καρβουνιασμένο πατόξυλο κι άρχισε να σκαλίζει. Ξεθάρρεψαν μέσα του τα φαντάσματα. Σάλεψε το μυαλό του. Το στόμα  στέγνωσε. Μαράθηκαν τα χείλη ακόμη πιο πολύ. Κιτρίνισε ολάκαιρος, σα φύλλο χινοπώρου κι όλοι οι αέρηδες  έπιασαν κουβέντα μαζί του: «Όταν με χάσεις, ψάξε με στην κατακόμβη! Θα σε περιμένω να εξερευνήσεις το άβατο της ψυχής μου» του είχε πει κάποτε βουτηγμένη στα δάκρυα…
Σηκώθηκε.  Βάδισε  μερικά βήματα μέχρι την κάμαρα. Πήρε  το μυστικό κλειδί και, άνοιξε το θησαυροφυλάκιο. Έβγαλε  από  μέσα τα προσωπικά αντικείμενα της Εύας μαζί με μερικούς σφραγισμένους φακέλους κι επέστρεψε πίσω στο σβηστό  τζάκι.  Άφησε όλα τα ενθυμήματα στο πάτωμα  κι άρχισε να  ανοίγει το φάκελο της πρώτης επιστολής.

«Άνθρωπέ μου, σύντροφέ μου, αντιστύλι μου: Ο Θεός ημών, πολύ μας ευσπλαχνίστηκε  και μοίρασε το σταυρό του μαρτυρίου μας ισόποσα να κουβαλήσουμε, καθώς ανεβαίνουμε  το Γολγοθά της δικής μας Σταυρώσεως. Σε παρακαλώ, προσευχήσου, κι ανταπέδωσε στην μεγάλη ευσπλαχνία Του  δάκρυα μετάνοιας,  για τα καλά που θα μπορούσαμε να πράξουμε και δεν πράξαμε. Μαζί σου συμπάσχω,  αφού κατατροπώθηκε η ψυχή από θεότητες κακότροπες  
Με δακρύβρεχτες προσευχές εκλιπαρώ το Θεό και Πατέρα μας: Της καμαρούλας μας να κρατεί πάντα το φως αναμμένο με φεγγοβόλο κερί και μοσχολίβανο  να καίει  πλάι στους αιώνιους όρκους  της αγάπης μας» διάβασε για λίγο κι αφέθηκε στο ταξίδι της περιπλάνησης…


Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

«ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ…» απόσπασμα από την νουβέλα: «Στην κατακόμβη της σαρκός» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη




Αποτέλεσμα εικόνας για θάνατος

«ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ…» απόσπασμα από την νουβέλα:

«Στην κατακόμβη της σαρκός» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη



Φτερό η ψυχή της, τρεμόπαιζε στον άνεμο κι  έκανε αέναους κύκλους πάνω απ’ το στρώμα της. Πέντε ολόκληρα χρόνια πάλευε μόνη, μα ένα Αόρατο χέρι τη βαστούσε μη πέσει και καεί στης κόλασης το καμίνι.
Στο τέλος ένιωθε πως χανόταν, πως κάποιος της χτυπούσε την πόρτα, πως την καλούσε να φύγουνε…
Λάμψεις άστραφταν στο ασπράδι των ματιών της κι οι κόρες συστέλλονταν και διαστέλλονταν. Κουράστηκε το σώμα, έπεσε σε λήθαργο. Παραμιλούσε.
Χθες, ο Αγέρας της χτύπησε για πολλοστή φορά την πόρτα. Εκείνη  έπρεπε να κάνει ακόμη μια παραπανίσια προσπάθεια, να δοκιμάσει μονάχη το πέρασμα των συμπληγάδων. Ήταν η τελευταία ευκαιρία να κρατηθεί στη ζωή.
«Τοκ! Τοκ! Ήρθα να σε πάρω να φύγουμε!» της είπε.
Εκείνη, ταράχτηκε, προσπάθησε  να αντισταθεί.
«Δεν είμαι έτοιμη, Αγέρα μου,  δεν είμαι έτοιμη, πρέπει να ετοιμαστώ! 
Να βγάλω τη νυφική μου φορεσιά να τη φρεσκάρω∙ να γυαλίσω τα στολίδια  που μου χάρισες∙ χρόνια τα έχω φυλαγμένα στο σεντούκι με τη ναφθαλίνη..»
«Τοκ! Τοκ! Έλα που σου λέγω.. Έλα  να σε πάρω να φύγουμε!..»
Ολάκαιρο το σώμα της σπάραξε, έγινε μούσκεμα στον ιδρώτα.
«Κιτρίνισαν Αγέρα μου, κιτρίνισαν  και μαύρισαν. Έφυγε η μυρουδιά της νιότης. Μούχλα.. Μούχλα και δυσωδία…
Φύγε! Φύγε!  Να ξημερώσει η μέρα, να σουρθώ στο χώμα… να βγάλω το φιδοπουκάμισό μου.   Τόσα χρόνια σούρθηκα και δεν άλλαξε∙ κόλλησε στο κορμί μου σαν βδέλλα, στάλα στάλα ήπιε το αίμα μου κι έγινε ένα μαζί μου!»
Ο Αγέρας τη λυπήθηκε.
Στάθηκε για λίγο πάνω απ’ το κεφάλι της, της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Είναι άλουστα» του λέει, «μη τα πιάνεις! Θα λεκιάσεις τα χέρια σου».
«Άσπρο, λευκό μου πρόσωπο! Άσπρα λευκά μου μαλλιά!» άκουγε τον Αγέρα να της μιλά…
«Τούτα τα χέρια τα γνωρίζω, με έχουν μύριες φορές χαϊδεμένο…»
Ο Αγέρας δάκρυσε. Το δάκρυ του κύλησε, της ζέστανε το πρόσωπο.
«Άσπρα περιστέρια! Άσπρα περιστέρια, φτερουγίζουν πάνω στο κεφάλι μου!» του είπε κι έλαμψε ολάκερη.
«Είναι οι καλοσύνες σου, Καλή μου, που σε καληνυχτίζουνε…» της είπε ο Αγέρας φιλώντας της στο μέτωπο. «Είναι οι καλοσύνες σου! Άντε, τώρα, κοιμήσου…»
«Όχι! Όχι!» του λέει εκείνη. «Θέλω να χτενιστώ με άρωμα λεβάντας, να ευωδιάζει η κάμαρη την ώρα που θα φεύγουμε…»
«Ήρθα με τη δροσιά της άνοιξης» της απάντησε ο Αγέρας «πριν πιάσει καλοκαίρι κι η γης ξεράνει τους καρπούς. Έφερα και το γιο της Σελήνης να μας φωτίζει. Πιάσου απ’ τις φτερούγες μου πριν γιγαντώσουν και γίνουν Βοριάς…»
«Είν’   άπλυτα τα χέρια μου, Αγέρα μου, σκληρά και βρόμικα απ’ τον κασμά και τη σκυτάλη∙ πρέπει πρώτα να πλυθούν με ροδόνερο να χαιρετήσω τα παιδιά μου. Άσε με σε παρακαλώ να πλυθώ, να λουστώ, να χτενιστώ∙ να αφήσω και παραγγελιά  να ανοίξουν τα παραθύρια την αυγή, να μπει ο ήλιος να με κλάψει…»
Τοκ!... Τοκ!... το μόνιτορ χτυπούσε σαν επιθανάτιο κάλεσμα…  
«Νοτισμένο το στρώμα σου, Καλή μου, απ’ τα δικά σου δάκρυα και το δικό σου ιδρώτα, ποτέ πια δε θα ξανανιώσεις πόσο για σένα κλάψαμε».
Τοκ!.. Τοκ!... Οι  τελευταίες αναλαμπές της ζωής της…
Τοκ… Τοκ…
«Σήκω  να φύγουμε. Εκεί  που θα κρυφτούμε,  κανείς δε θα γνωρίσει τη γύμνια σου!!!!» της είπε για τελευταία φορά ο Αγέρας...  
Τοκ… Τοκ…. κι έσβησε ο τελευταίος ήχος, παίρνοντας μαζί του το κάλεσμα που της άφησε…

 Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη  

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

«ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη -΄Επαινος Νουβέλας στον 34ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Π.Ε.Λ. 2016


ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ ( Απόσπασμα) 



........... Κάποιο απόβραδο,  Μάης θαρρώ πως ήταν, αγνάντευα το λυκόφως απ’ την πλαγιά του Ερύμανθου. Ο ήλιος χαμήλωνε  κι εγώ προσπαθούσα να κρατήσω την φωτεινή εικόνα όσο περισσότερο μπορούσαν τα μάτια μου, μέχρι την ώρα που κατάλαβα πως είχαν έρθει μεσάνυχτα. Τότε,  έβγαλα την φλογέρα μου, σκορπίζοντας τις μελωδίες στη γαλήνη της νύχτας για να εξορκίσω την ταραχή που δημιουργεί ο φόβος της ερημιάς. Ήμουν παιδόπουλο, δεκατεσσάρων ετών. Με το τραγούδι της αθωότητας, ηδυνόμουν! Μπορούσα να ταξιδέψω μακριά… 
Κάθισα λοιπόν σ’ ένα λιθάρι κι έπιασα κουβέντα με τις νότες,  παίζοντας ατέλειωτες ώρες μαζί τους∙ δίχως να καταλάβω, τα χέρια μου λύθηκαν αφήνοντας την φλογέρα στο χώμα και το κορμί  μου βρέθηκε αγκαλιασμένο με τα μαγιάτικα λουλούδια…
 Βρέθηκα, λέει, σε έναν παράξενο τόπο, σ’ ένα απ’ τ’ αλώνια της ζωής. Κι εκείνο το αλώνι, αιωρούνταν στο κέντρο  του σύμπαντος, και πέρα απ’ εκείνη τη μικρή σπιθαμή γης, δεν μπορούσαν να αντικρίσουν τίποτε άλλο τα μάτια μου. Τότε, ξαφνικά, ήρθαν απ’ το πουθενά,  γέροντες με κλασικές φορεσιές κι έπιασαν το χορό μπροστά μου. Μέσα σ’ εκείνο το σύνολο των ανδρειωμένων, ξεχώρισα εσένα, παππού! Να σέρνεις πρώτος το χορό, χορεύοντας πεντοζάλη. 
Τότε, ο νεότερος της παρέας, ένας πανύψηλος άντρας, κρατώντας πάνω στο χορό, το τσιμπούκι στο στόμα του,  άρχισε να ρουφά και να τραβά το στέλεχος της πίπας του∙ δια μαγείας: το τσιμπούκι μεταμορφώθηκε σε δοξάρι…
Έγινε θαύμα!
Στη μέση τ’ αλωνιού, παρουσιάστηκε μια ολόχρυση  πανάρχαια λύρα, κι  ο αδέξιος λυράρης (ένα μικρό παιδόπουλο), άρχισε με επιδεξιότητα να παίζει το ομορφότερο τραγούδι της ζωής∙ ένα τραγούδι που όμοιο δεν είχαν ξανακούσει τ’ αυτιά μου. Κι εσύ παππού… εκστασιασμένος απ’ το τραγούδι, χόρευες! Χόρευες κουνώντας  το  λευκό σου μαντήλι, φορώντας το επίσημο  κρητικό σου φράκο και την πουκαμίσα να ανεμίζει στα βήματα του χορού.
Στο κεφάλι φορούσες ένα καπέλο… Ένα καπέλο, που ποτέ δεν φόρεσες  στην πραγματικότητα! Λαμποκοπούσε κι άστραφτε απ’ τα λεβέντικα λικνίσματα του κορμιού σου. Στο τέλος της στροφής, έπεσες κάτω. Καταϊδρωμένος, με λαμνισμένα μάτια απ’ την έκσταση. Τότε, έτρεξα πλάι σου. Σου έδωσα το χέρι, σε σήκωσα από κάτω και σε πήρα  αγκαλιά μου. Πόσο σου έδειχνα  την αγάπη μου!!!
Τα σώματά μας, έγιναν ένα κορμί κι άκουγα τους χτύπους που ξεπηδούσαν απ’ τα δασά στήθη σου. Εσύ άκουγες τους δικούς μου σφυγμούς: φοβισμένοι χτύποι που ξεχύνονταν άτακτοι απ’ την φυλακή της δικής μου καρδιάς. Φοβόμουν μην πάθεις κάτι και σε χάσω. Σκούπισα το ιδρωμένο σου πρόσωπο, σου πρόσφερα νερό απ’ το δικό μου ποτήρι και σου ‘πα  πως τον επόμενο χορό θα τον χορέψουμε μαζί.  Από μικρός μάθαινα στο πλάι σου τα βήματα της ζωής και πάντα ήσουν  το παράδειγμα μου. Δεν ξέχασα ποτέ  τα κατορθώματά σου!
Τότε, οι υπόλοιποι χορευτές, ζήλεψαν..
 Ζήλεψαν για τη μεγάλη αδυναμία που ‘δειξα για ‘σένα, παππού, και παρεξηγημένος απ’ την άπρεπη συμπεριφορά τους: με πήρες από το χέρι και φύγαμε μαζί.
 Αφού περάσαμε μέσα από βαθιά σκοτάδια, σχίσαμε τα τάρταρα της γης και βγήκαμε   στο περιτύλιγμά της. Περπατούσαμε ώρα αρκετή∙ φορέσαμε κι οι δυο τις  φτερούγες μας και πετάξαμε∙  φτάσαμε στα σύννεφα, δίχως τα σώματά μας!.. Γύρισες  το κεφάλι, και καθώς κρατούσες το άυλο χέρι μου, μού είπες: Απελευθερωθήκαμε από την ματαιότητα των ανθρώπων και την αντιζηλία. Σε κράτησα όσο μακριά μπορούσα απ’ τα σκοτάδια του κόσμου και σου ‘χτισα σπίτι στο αλωνάκι της γης, για να μπορείς από κει πάνω να αντικρίζεις τους σκοπούς της Ζωής και να ακούς την ηχώ του Λυράρη!... Εγώ τώρα, μπορώ να σε αφήσω, ήσυχος… μόνο πριν φύγω, θα σου πω ένα ακόμη: Ρίξε μια ματιά στο σώμα που άφησες πίσω, εκεί στο μικρό αλωνάκι της Γης… Δες το, καλά, και τότε θα δεις: τί είναι ο Άνθρωπος!...
Σώμα, δεν υπήρχε! Δεν αισθανόμουν σάρκα, πάνω μου. Ήμουν μια μικρή, ασήμαντη κουκίδα στο απομεινάρι εκείνο της γης.
Κατέβαινα… Κατέβαινα…
Κατέβαινα αιωρούμενος, με δίχως φτερά, με δίχως σώμα! Τότε άκουσα πίσω μου, την φωνή σου, παππού: «Παιδί μου, Πρόσεχε! Κανένας άγιος δεν άγιασε στον τόπο του! Εσύ γεννήθηκες για άλλους πλανήτες. Κατέβα εκεί που ξεκινήσαμε… Κοίταξε το κορμί σου, και με το πνεύμα σου προσπάθησε να γιατρέψεις τα κουσούρια του. Να λυπηθείς  το σώμα σου! Η σάρκα: είναι η κατακόμβη που μπορείς να κρυφτείς∙ μα όταν λιώσει, μένεις εκτιθέμενος στ’ Αλώνι του Θεού!...»
Κατέβαινα… κατέβαινα….
Κατέβαινα, ώσπου το σώμα μου άρχισε να μεγαλώνει∙ να γίνεται αντιληπτή εικόνα στα μάτια μου.  Η γη είχε γίνει ένα μεγάλο αλώνι που φωτιζόταν με το φως τoυ φεγγαριού. Απ’ το βάθος του δρόμου αναφαινόταν ένα ολόλευκο άλογο. Έτρεχε καλπάζοντας προς το μέρος μου. Ο καβαλάρης κουνούσε τα  γκέμια δεξιά κι αριστερά, κρατώντας τα χαλινάρια όσο πιο σταθερά μπορούσε, στα χέρια του. Σταμάτησε λίγα μέτρα απ’ το γήινο σώμα μου κάνοντας το αγριεμένο άτι να αφηνιάσει και χτυπώντας με θόρυβο τα πόδια του στα κοσκινίδια του θεού:  φοβέρισε το κοπάδι των ζώων  που κοιμόταν στο πλάι μου και  με προστάτευε.
Το ξάφνιασμα  της απρόσμενης επίσκεψης, έκανε τους μικρούς προστάτες μου να σηκωθούν αλαφιασμένοι απ’ τον γαλήνιο ύπνο τους. Στα αυτιά μου ακούστηκαν τα  ξέφρενα κουδουνίσματα των τροκανιών τους. Τότε, πετάχτηκα απ’ τον βαθύ ύπνο μου, τρομαγμένος, και βλέπω στο πλάι μου τον άνθρωπο που μ’ έφερε στη ζωή: Το γιο σου, παππού!... να με κρατεί στην αγκαλιά του, όπως με κρατούσες εσύ πριν ξεκινήσουμε ετούτο  το υπέργειο ταξίδι!
Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτή η ζωντανή μα αλλόκοτη, εμπειρία. Συχνά το παθαίνω… Ανεβαίνω. Κατεβαίνω. Ζω τη Ζωή και το Θάνατο… Την Ύπαρξη και την Ανυπαρξία της ιδίας μου ζωής…
Η μόνη επιθυμία που μου απέμεινε είναι: να με γνωρίσω και να Σε γνωρίσω.
Όλο τα μέλη μου, έγιναν  αντένες σηκωμένες που προσπαθούν να πιάσουν τα ραδιοκύματα του σύμπαντος νου. Μα, όταν καμιά φορά χαλαρώνω ως άνθρωπος, μια φωνή μέσα μου χαλάει την αταραξία μου και  με  τραντάζει:
«Τώρα, τι κάνεις;» μου λέει. «Λάβα που κοχλάζει χωρίς να ρέει: ούτε εμπρός, ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά∙ μένεις ακίνητος και βρυχάσαι στα σπλάχνα της γης δίχως όφελος... Τι σε φωνάζω τόσα χρόνια; Για  το πού κατευθύνεσαι, δεν έχεις ακόμη γνωρίσει;  H ακινησία, τελματώνει την ψυχή!  Ανέβα!.. Ανέβα!.. Φτάσε ψηλά! Με δυο λευκά  φτερά, αλέκιαστα από ανθρώπινα οράματα πλεονεξίας, ματαιοδοξίας κι αδιάλλακτης υπερηφάνιας…
Ανέβα ψηλά! Να δεις: τι είσαι κάτω στη Γη∙ και να θλιφτείς γι αυτό που θα μπορούσες να αλλάξεις και δεν το άλλαξες ως τώρα. Ένα κουφάρι ντυμένο με φανταχτερά στολίδια, θα δεις∙ σκιάχτρο στα μάτια του θεού! Στόλισε αυτό που είναι δύσκολο να στολίσεις, αυτό που σου κρύβεται, κάθε φορά που το ψάχνεις. Το στόλισμα του επιταφίου σου είναι για τα μάτια των ανθρώπων∙ να λέγουν πως κάτι έκαναν γι αυτόν που έφυγε. Μεγάλα λόγια… Έξοδα υπεροχής… Λιτός κι απέριττος να ‘ναι ο Επιτάφιος! Δίχως δάκρυα κι επιφωνήματα πόνου»..................

Μαρία Κολοβού -Ρουμελιώτη

(Λογοτέχνης - Εικαστικός)
ΠΑΤΡΑ