«Ο μυστικός δείπνος»
«Φάτε!... και τσιμουδιά σε κανέναν! Κινδύνεψα για πάρτη σας να μπω στο μάτι του Κυκλώνα. Παρόλο που δε μάτωσε ρουθούνι και δεν τσακίστηκε παραθυρόφυλλο, το τομάρι μου, παρολίγο, να κρεμαστεί στην κάνη τους. Η ζωή μου θα κόστιζε όσο το πάτημα της σκανδάλης για να με στείλουν στον απόπατο!
Πάλεψα, πολύ, να πάρω τούτη την απόφαση. Δεν το χωρούσε η καρδιά μου να σας βλέπω να σέρνεστε στις χωματερές για μουχλιασμένο ξεροκόμματο. Παίζοντας το κεφάλι μου, κορώνα γράμματα, φρόντισα να χορτάσω την πείνα σας: τώρα, εσείς, φροντίστε τα υπόλοιπα. Τα μάτια σας δεκατέσσερα! Οι προδότες παραμονεύουν παντού. Ποτέ δεν τους φώτισε το άστρο της Βηθλεέμ και χτυπούν στο ψαχνό δικαίους και αδίκους.
Το μόνο αμάρτημα μου - αν λέγεται αμάρτημα, είναι που αλάφρωσα του Άφρονα το μερτικό. Κρυμμένο το ‘χε σε χέρσο αμπελοχώραφο, στις ρίζες μιας χιλιόχρονης ελιάς.. Αν και έχω μάθει να κάνω μόνος τη δουλειά μου, με μοναδικό σύντροφο τον εαυτό μου, η κακορίζικη κατάντια μας δεν μ’ άφησε να κρατήσω το όφελος για πάρτη μου! Η μπότα του κατακτητή έχει ρημάξει τα πάντα. Ο λαός αγκομαχώντας σέρνεται στις ράγιες των εξπρές για ένα καλύτερο αύριο και ο δήμιος καραδοκεί να μας τσακίσει τα κόκαλα με απερίγραπτη αγριότητα.
Μπούχτισα, να ζω τη βαρβαρότητα! Από γεννησιμιού με πνίγει η αδικία. Το άδικο μοίρασμα. Κάποιες σαπιοκοιλιές να κατεβάζουν τον αγλέουρα και με ανερυθρίαστη ελαφρότητα να τυμπανίζουν πως ζούνε με απλότητα. Στην υγειά μας, λοιπόν, και μη ξεχνάτε: στον δίκαιο αγώνα κρύβει η ζωή τα κάλλη της», είπε ο ληστής κι έτριψε με ροζιασμένα χέρια τα δασιά γένια του.
«Φάτε!... και τσιμουδιά σε κανέναν! Κινδύνεψα για πάρτη σας να μπω στο μάτι του Κυκλώνα. Παρόλο που δε μάτωσε ρουθούνι και δεν τσακίστηκε παραθυρόφυλλο, το τομάρι μου, παρολίγο, να κρεμαστεί στην κάνη τους. Η ζωή μου θα κόστιζε όσο το πάτημα της σκανδάλης για να με στείλουν στον απόπατο!
Πάλεψα, πολύ, να πάρω τούτη την απόφαση. Δεν το χωρούσε η καρδιά μου να σας βλέπω να σέρνεστε στις χωματερές για μουχλιασμένο ξεροκόμματο. Παίζοντας το κεφάλι μου, κορώνα γράμματα, φρόντισα να χορτάσω την πείνα σας: τώρα, εσείς, φροντίστε τα υπόλοιπα. Τα μάτια σας δεκατέσσερα! Οι προδότες παραμονεύουν παντού. Ποτέ δεν τους φώτισε το άστρο της Βηθλεέμ και χτυπούν στο ψαχνό δικαίους και αδίκους.
Το μόνο αμάρτημα μου - αν λέγεται αμάρτημα, είναι που αλάφρωσα του Άφρονα το μερτικό. Κρυμμένο το ‘χε σε χέρσο αμπελοχώραφο, στις ρίζες μιας χιλιόχρονης ελιάς.. Αν και έχω μάθει να κάνω μόνος τη δουλειά μου, με μοναδικό σύντροφο τον εαυτό μου, η κακορίζικη κατάντια μας δεν μ’ άφησε να κρατήσω το όφελος για πάρτη μου! Η μπότα του κατακτητή έχει ρημάξει τα πάντα. Ο λαός αγκομαχώντας σέρνεται στις ράγιες των εξπρές για ένα καλύτερο αύριο και ο δήμιος καραδοκεί να μας τσακίσει τα κόκαλα με απερίγραπτη αγριότητα.
Μπούχτισα, να ζω τη βαρβαρότητα! Από γεννησιμιού με πνίγει η αδικία. Το άδικο μοίρασμα. Κάποιες σαπιοκοιλιές να κατεβάζουν τον αγλέουρα και με ανερυθρίαστη ελαφρότητα να τυμπανίζουν πως ζούνε με απλότητα. Στην υγειά μας, λοιπόν, και μη ξεχνάτε: στον δίκαιο αγώνα κρύβει η ζωή τα κάλλη της», είπε ο ληστής κι έτριψε με ροζιασμένα χέρια τα δασιά γένια του.
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη









