Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Ευχαριστώ από καρδιάς τον εκλεκτό φίλο λογοτέχνη, Γιάννη Νικολόπουλο, για την τιμή να εκδόσει το πεζογράφημα μου "ΕΝΑΓΩΝΙΟ ΞΥΠΝΗΜΑ" στο 201 τεύχος , σελίδα 19 της Πολιτιστικής - Λογοτεχνικής εφημερίδας ΝΟΥΜΑΣ, Μάρτιος –

 
























Ευχαριστώ από καρδιάς τον εκλεκτό φίλο λογοτέχνη, Γιάννη Νικολόπουλο, για την τιμή να εκδόσει το πεζογράφημα μου "ΕΝΑΓΩΝΙΟ ΞΥΠΝΗΜΑ" στο 201 τεύχος , σελίδα 19 της Πολιτιστικής - Λογοτεχνικής εφημερίδας ΝΟΥΜΑΣ, Μάρτιος –

 

*********
















ΕΝΑΓΩΝΙΟ ΞΥΠΝΗΜΑ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Απόσπασμα από τη Συλλογή Διηγημάτων 'ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΟΥ", Εκδόσεις "Το Δοντι" 2018, Πάτρα.

***********

Σηκώθηκε μέσα στη νύχτα. Αβασίλευτο το φεγγάρι. Αχάραγο. Συχνά πυκνά πνιγόταν μέσα στις σφυκτοπλεγμένες έγνοιες του. Μπερδεμένες σαν συρματόσκοινα σκουριασμένα που του είχαν αφορμίσει το νου. Ούτε το ξανθό χαμόμηλο μα ούτε η μαντζουράνα μπορούσαν να μαλάκωναν το ντελίριο του. Τα μαντζούνια που πιπιλούσε μωρό έλειπαν προ πολλού από την καρυδένια σιφονιέρα. Υπήρξαν εύκολο κέρασμα για κάθε λαίμαργο φαγάνα. Έτσι, άνοιξε τα παραθυρόφυλλα στους μυστικούς φρουρούς της νύχτας. Τους κάλεσε πλάι του, με αδρή πληρωμή να τραβήξουν το αγκαθωτό συρματόσκοινο από πάνω του να γαληνέψει ο λογισμός του.

Δενόντουσαν οι έγνοιες θηλιά στο λαιμό. Πάγωνε εγκλωβισμένος στις αραχνιασμένες φυλακές της ψυχής, στα φθαρμένα σκαλοπάτια της απρόσωπης πολιτείας.

Κάποιοι φίλοι του σφύριξαν δυνατά πως όλοι οι άνθρωποι βράζουν στο ίδιο καζάνι. Τα ξερόκλαδα με το χλωμό χορτάρι. Εκείνο, που ακόμη τον ήλιο δεν έχει αντικρίσει. Τον συντάραξαν από την πάγια θέση του, τα βήματα που άφησαν τα ανυπόδητα πέλματα του πάνω στο σώμα της γης να ακολουθήσει πριν ο παλαιός των ημερών πετεινός σφαγιαστεί και δεν ξαναλαλήσει.

Ντύθηκε όπως όπως. Πήρε παραμάσκαλα το αρχαίο του λεξικό. Εκείνο με τις λεκιασμένες ώες κι άνοιξε το σφράγισμα να αποκρυπτογραφήσει τους ιερογλυφικούς χρησμούς των προγονικών ονείρων.

Πριν φανεί η πρώτη ηλιαχτίδα καλημέρισε την καινούρια ζωή. Σαν ίαμα στις φλέβες πλημμύρισε το φως του ήλιου. Χάιδεψε τους γκρίζους κροτάφους του, τινάζοντας από πάνω του το κάλυμμα της απραξίας. Λαχανιασμένος ανέβαινε την ανηφόρα, τη σπαρμένη με μύρτιλα. Βαμμένος κόκκινος ο δρόμος από ματωμένο ιδρώτα που πάνω του είχαν ριζώσει εκατόφυλλες τριανταφυλλιές, σαν εκείνες που έφτιαχνε η μάνα του ροδοζάχαρη και τον κερνούσε, σαν εκείνες που έφτιαχνε ροδόνερο και τον έλουζε. Τώρα τα κλαδιά τους είχαν αναρριχηθεί πλεγμένα με αγκαθωτές βατομουριές και αγριόχορτα.

Προχώρησε ώρα πολλή μέχρι που μεσημέριασε. Στο τούμπι της ξερολιθιάς απόκαμε να ξαποστάσει. Είχε χρόνια να σταθεί σ’ εκείνο το σημείο. Συνήθως, όταν περνούσε από εκεί, το προσπερνούσε. Ήταν την εποχή εκείνη που ‘χε ξεχασμένη την καταγωγή του. Καθώς έγινε νεόπλουτος και μεγαλομανής, άπλωσε τις ρίζες του στην άγονη λαοθάλασσα απροστάτευτος. Του είχε καλλιεργηθεί η ψευδαίσθηση για μεγάλη ζωή.

Αγνάντεψε γύρω του. Μήτε κουδουνίσματα ακούγονταν μήτε φλογέρες. Ο θεός Πάνας είχε σωπάσει εδώ και χρόνια το κελάρυσμα των ήχων. Η γη ήρεμα χάιδευε την φουσκωμένη μήτρα της. Ξέπλενε τις νεκρωμένες πληγές της. Ζύγιαζε το μοίρασμα της μερίδα της. Αν και την είχαν καταπνίξει τα δάκρυα του ουρανού οι φλέβες της ήταν οργωμένες απ’ τη βροχή και τον ήλιο. Σε ‘κείνα τα σημεία είχαν βρει κρυψώνα οι ρίζες της άγριας μέντας και του έλατου.

Έγειρε το βλέμμα. Κοίταξε σχολαστικά το τούμπι που καθόταν. Ανθισμένοι ασφόδελοι και λειχήνες... Όταν ήταν παιδί, η Βάβω Βάγια του είχε ειπωμένο πολλά μυστικά για τα βοτάνια της ξερολιθιάς. Ξεπόρτιζε το πουρνό με τη δροσιά να φέρει μάτσο τους ατρύγητους χυμούς στο πανέρι. Να φκιάσουν αλοιφές για τις δερματοπάθειες.

Άνοιξε το βιβλίο που σφυκτοκρατούσε για ώρα. Οι εικόνες αλλοιωμένος. Ο βιβλιοφάγος είχε κατεστραμμένες τις πανάρχαια δοκιμασμένες συνταγές. Τα μάτια του τραμπαλίζονταν ανάμεσα σε μισοσβησμένα σύμβολα και ζυγισμένα δράμια. Έσπαζε το κεφάλι του σε χίλια κομμάτια μπας και αναθυμηθεί τις θεραπευτικές συνταγές των προγόνων του.…

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2024

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ... (Απόσπασμα 122-127 σελίδα) από το βιβλίο "ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΟΥ", συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Μάιος 2018 .


ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ... (Απόσπασμα 122-127 σελίδα)

 από το βιβλίο "ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΟΥ",  συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη, εκδόσεις ΤΟ ΔΟΝΤΙ, Μάιος 2018

....Με νοσταλγία θυμόταν  εκείνες τις Αποκριές ο Τζανής. Ήταν  γεμάτες ατόφιες γεύσεις, λουσμένες με ήχους κι αρώματα μιας άλλης εποχής και φοβόταν, καθώς είχε πια γεράσει, πως εκείνες οι εικόνες θα  ξεθώριαζαν  κάτω απ’  τον ίσκιο  των χρόνων, αν κάποιος δεν βρισκόταν να τις ξαναζωντανέψει. Γι' αυτό, ενενήντα χρόνια αργότερα απ’ εκείνες τις Αποκριές, αποφάσισε να τις μοιραστεί με τ’ αγγόνια του όταν τον φιλοξένησαν στο διαμέρισμά τους στην πόλη για να αναρρώσει μετά τη σύντομη νοσηλεία του σε νοσοκομείο.

«Παιδιά μου», τους είπε, «μαζί σας θα μοιραστώ κείνα τα χρόνια της ξεγνοιασιάς, τα γεμάτα μνήμες παραμυθένιες. Θα ζωντανέψουν για μια ακόμη φορά μέσα στο σύθαμπο της καρδιάς μου. Και τούτα που θα σας πω, να ξέρετε πως είναι πέρα για πέρα αληθινά».

...........  ...Τυλιγμένες γεύσεις τυριού  ψημένου στη λαδόκολλα κι αυγά  που ίδρωναν  στη σειρά πλάι στο τζάκι με τη θράκα, θυμάμαι. Γέλια π’ ανθούσαν σαν πασχαλιές στα ολόδροσα χείλη των παιδιών καθώς έβγαιναν σεργιάνι στις στράτες του χωριού  φορώντας ανάποδα το μακρύ σώβρακο του παππού ή τη μακριά ρόμπα  της γιαγιάς. Κι  όσο για μάσκες… φορούσαν τη μαύρη μαντίλα της Γιανναρούς. Εκείνη τη μέρα των Αποκριών τη δάνειζε μετά χαράς στα παιδιά γιατί ήθελε να τα βλέπει να ροβολάνε το λιθόστρωτο χαρούμενα και να ξεκουφαίνουν τη γειτονιά με τα χωρατά τους. Αυτή η μέρα, ήταν η μόνη  ημέρα που είχε αποδράσει από τη μονοτονία όλων των υπόλοιπων. Ήταν τις εποχές εκείνες που οι γειτονιές αναστατώνονταν ευχάριστα με τα γέλια, τα παιγνίδια και τα καμώματα των μικρών παιδιών.

Ήταν χήρα η Γιανναρού, με παιδιά κι εγγόνια ξενιτεμένα. Ήτανε μόνη κι είχε κάνει τα παιδιά ολόκληρου του χωριού δικά της. Ό,τι κι αν της ζητούσαν τους το έδινε κι εκείνα την αγαπούσαν γιατί ήταν καταδεχτικός άνθρωπος.

Βγαίναμε, θυμάμαι, στο μαχαλά  νωρίς το πρωί. Περνούσαμε απ’ το νεκροταφείο του χωριού κι ανάβαμε τα καντήλια όλων των  συγγενών και συγχωριανών. Ήταν που έπιανε η Σαρακοστή. Έπειτα γυρνούσαμε  χαρούμενα και χτυπούσαμε το ρόπτρο της πόρτας της, τραγουδώντας:

Θειά Γιαννιά, θειά Γιαννιά
απ’ την πάνω γειτονιά,
 φέρε κόσκινο  για ντέφι 
για να κάνουμε κουρμπέτι.

Η κυρά Γιανναρού έβγαινε στην εξώπορτα με το χαμόγελο  στο πρόσωπό της φωτεινό σαν ήλιο κι ας την βασάνιζε η θλίψη κι μοναξιά όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου. Μας έδινε την μπροστέλα της και την ολόμαυρη σκέπη της και μας έλεγε:

Πάρτε παιδιά τα κύμβαλα
 πάρτε και τα νταούλια
 τους λόγγους πιάστε τρέχοντας
 να φύγουνε τα ζούδια 
και κελαηδήστε  σαν πουλιά
 γιατί τα νιάτα φεύγουν.

Παίρναμε τότες  τα «λάφυρα» της Γιανναρούς και τραβούσαμε κατά το φουρναριό. Ψάχναμε τις στάχτες για κανένα σβηστό κάρβουνο. Μουντζουρώναμε το πρόσωπό μας. Ζωγραφίζαμε ήλιους, πούλιες και του Αράπη την ομορφιά ηλιοκαμένη στα μάγουλά μας.

Μπαίναμε  και στο χειμωνιάτικο δωμάτιο˙ εκεί που φύλαγε η μανά τα τεντζερέδια, τα καζάνια της πάστρας και της μαγειρικής και παίρναμε τα καπάκια απ’ τα κατσαρόλια, τα κουτάλια απ’ το ντουλάπι,  τις κουτάλες κι ότι μεταλλικό κουτί και κλαπατσίμπαλο μπορούσε να κάνει θόρυβο και βγαίναμε στη ρούγα  τραγουδώντας. 

Τραγούδια σκωπτικά, ειπωμένα με αγαθοσύνη από στόματα μικρών και μεγάλων. Τραγούδια του γλεντιού και της χαράς που  έδιναν ένα ξεχωριστό τόνο την ημέρα των Αποκριών˙ μα την κυρά Γιανναρού τη σεβόμασταν  γιατί  ήτανε χήρα και μόνη.

Νωρίς  τ’ απόγιομα της προσφέραμε πεσκέσι καλοψημένες πίτες, καλομαγειρευμένα κοψίδια και καμιά μπουκάλα κρασί «για το καλό» που λένε. Εκείνη τα έπαιρνε με χίλιες ευχές στα χείλη της κι εμείς της τραγουδούσαμε το τραγούδι που μας  είχε μάθει ο Γιάνναρος, ο αποθανόντας  σύζυγος της:

Το μάθατε αμπελουργοί
 τι έγινε με τον Κράσο;
 Τρεις μέρες εμπεκρόπινε
 κι έριξε η μέθη λάσο˙
 και τις Μαινάδες έπιασαν
 που κράταγαν το θύρσο
 που μες τ’ αμπέλια μ’ ένα νιο
 τραγούδαγαν το λίνο.
 
Οι ληνοβάτες στο ληνό,
τις βότρυες πατούσαν
 κι όλοι οι γλεντζέδες με ψητό
 και κέφι την περνούσαν.
 
Ψήσου γίδα! Ψήσου!
Και ροδοκοκκινίσου!
 Μέχρι να έρθει ο Κράσος
 να σε ξεκοκαλίσω.
 
Να, ο Κράσος! Έρχεται!
Με τ’ άλογο καβάλα!
 Για πάρτε τα ποτήρια σας
 να πιούμε καμιά στάλα.
 
Εβίβα! Εβίβα, ρε κρασοπατέρα!
Τ’ αμπέλια  εκαήκανε
 και πια κρασί δεν κάνουν.
 
Ένας μπεκρής ανέβηκε
επάνω στα βαγένια
 και τον θεό παρακαλεί
 για να σωθούν τ’ αμπέλια∙
 και νέτα σκέτα μίλησε
 στου λογικού τη γλώσσα
 κι έστειλε μία  προσευχή
 στου Διόνυσου την πόρτα:
 
Σε τρεις κρατήρες θα νερώνω το κρασί!
Στον πρώτο: Για μια υγεία ποθητή!
 Στον δεύτερο: Για έναν έρωτα με γεύση!
 Στον τρίτο: Για  έναν ύπνο ήρεμο -βαθύ!
Των άλλων, των ανέρωτων κρατήρων το κρασί,
θα το κρατήσω για τις ύβρεις και για τις Μαινάδες˙
 το τρίκλισμα θα το κεράσω σ’  ένα Σιληνό μπεκρή,
 στους Σάτυρους, στον Πάνα και στους πάντες,
 Και όλα τα άλλα τα καλά:
 Σε όλους εσάς που μετράτε τους βαθμούς του οινοπνεύματος!!!

“ Εις Υγείαν,  θεία  Γιανναρού! Εις Υγείαν!!!”.

“Και του χρόνου, παιδιά μου! Και του χρόνου”, έλεγε εκείνη και γιούρια εμείς  τα παιδιά για την τελευταία μας εξόρμηση στο χωριό.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Η Δήμητρα Γούτση σχολιάζει το βιβλίο της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη «Το χρυσάφι της γης μου» (Εκδόσεις Το Δόντι)





Πέμπτη, 07 Φεβρουαρίου 2019 16:50                          
 90
«Το χρυσάφι της γης μου»
Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη 

Εκδόσεις «To Δόντι»
Η Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη με «Το χρυσάφι της γης μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «To Δόντι», καταθέτει στο αναγνωστικό κοινό μια συλλογή 23 διηγημάτων στα οποία η λογοτεχνία και ο έντεχνος λόγος συναντούν τον λαϊκό πολιτισμό και την πλούσια παράδοσή μας. 
Η συγγραφέας, αντλώντας την έμπνευσή της από αυτήν την αστείρευτη πηγή γνώσεων, αξιών και αρχών, κατορθώνει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών, αφού συμπλέκει το παρελθόν με το παρόν αλλά και το μέλλον, παραδίδοντας ένα πραγματικό “απόσταγμα” αυτής της γνώσης. 
Η πένα της είναι εξαιρετική αφού ο τρόπος που χειρίζεται την γλώσσα αποδεικνύει περίτρανα την “προίκα” της, που είναι μεστή, γλαφυρή αλλά και ζεστή, με έντονο συναισθηματικό φορτίο. Οι λέξεις λες και φέρουν από μόνες τους θύμησες και εικόνες της ελληνικής καθημερινότητας του άλλοτε και του τώρα. 
Οι ήρωες του βιβλίου μάχονται και ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο, προσεύχονται και νοσταλγούν. Ότι ακριβώς πράττει “Ο άλλος Έλληνας”, ο οποίος δεν κυριεύεται από την ηττοπάθεια και τον πεσιμισμό, αλλά καταπολέμα την σκοτεινή πλευρά του εαυτού του, όντας ταυτόχρονα περήφανος για την καταγωγή του. Στο σημείο αυτό να ξεκαθαρίσω ότι ο αναγνώστης δεν περιορίζεται στην ανάγνωση ιστοριών που αφορμώνται και καταλήγουν σε θέματα σχετικά με την παράδοση. Αντιθέτως, η συγγραφέας πετυχαίνει να δώσει σύγχρονες προεκτάσεις στα διηγήματά της, θίγοντας τη σύγχρονη καθημερινότητα. Όπως για παράδειγμα στο διήγημα «Σειρήνες της Μαύρης Θάλασσας», στο οποίο γίνεται λόγος για την αλλοτρίωση στις ανθρώπινες σχέσεις. 
Καταλήγοντας, οφείλω να συγχαρώ τη συγγραφέα γιατί μέσα από τα διηγήματά της κατόρθωσε να αναδείξει την πολυσχιδή ελληνική παράδοση, η οποία διέπεται από αναλλοίωτη συνέχεια και καθολικότητα. Ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι η κληρονομιά μας δεν είναι μόνο τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και το αθλητικό ιδεώδες, το θρησκευτικό συναίσθημα και η οικογένεια.
Δήμητρα Γούτση, φιλόλογος
Η Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη γεννήθηκε το 1965 στη Βουλιαγμένη Ηλείας όπου  έζησε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια.
Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έφυγε απ’ τη γενέτειρά  της κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πάτρα όπου σπούδασε, παντρεύτηκε και δημιούργησε τη δική της οικογένεια.
Εργάστηκε για είκοσι τρία χρόνια στον τομέα της Υγείας  ως Νοσηλεύτρια σε μονάδα νεογνών.
Είναι παντρεμένη και μητέρα τριών τέκνων.
Απ’ τη νεανική της ηλικία ασχολείται με τη ζωγραφική και τη συγγραφή. Έχει παρακολουθήσει ανελλιπώς τέσσερα χρόνια μαθήματα σχεδίου και χρώματος σε ιδιωτικά καλλιτεχνικά εργαστήρια πλάι στον αείμνηστο γλύπτη και ζωγράφο Χαράλαμπο Θεμιστοκλέους, στον Κλεομένη Κωστόπουλο και στη Δήμητρα Βαγενά.  Έχει μελετήσει Παιδική Ψυχολογία και Ιστορία της Τέχνης.
Είναι  ενεργό  μέλος λογοτεχνικών περιοδικών, της Διεθνής Εταιρείας  Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών, της Εταιρείας Λογοτεχνών Νοτιοδυτικής Ελλάδας, του Ελληνο-Αυστραλιανού Συνδέσμου Μελβούρνης, των Νέων Καλλιτεχνών Πάτρας και  του Φυσιολατρικού Συλλόγου Πατρών.
Δείγματα συγγραφικού και εικαστικού της έργου δημοσιεύονται στο προσωπικό της ιστολόγιο: «ΑΔΥΤΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ», σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο.
Έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις του Φυσιολατρικού Συλλόγου Πατρών,   σε εκθέσεις Καλλιτεχνικών Εργαστηρίων στα Δημοτικά Λουτρά και σε υπαίθριους χώρους  καθώς και σε εκθέσεις του Συλλόγου Νέων Καλλιτεχνών. 
Η πρώτη ατομική έκθεση της έγινε τον Ιούνιο του 2012  στο Μέγαρο Λόγου και Τέχνης Πατρών με θέμα: «Διαδρομές ψυχής, χρόνος και ζωή», αγγίζοντας με τα εικαστικά της έργα τον Πατραϊκό φιλότεχνο κόσμο.
Έχει  λάβει  μέρος σε  Πανελλήνιους  Λογοτεχνικούς  Διαγωνισμούς  καθώς  και  σε διαγωνισμούς  ζωγραφικής όπου λογοτεχνικά και εικαστικά της έργα έχουν πάρει τιμητικές διακρίσεις, επαίνους, μετάλλια και βραβεία.

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Το χρυσάφι της γης μου - Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη. Δανειστική βιβλιοθήκη, Ελληνική Λογοτεχνία, http://www.ekivil.org/2018/10/blog-post_75.

Το χρυσάφι της γης μου - Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη