Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΝΟΕΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΣ ΒΑΧΛΙΑΣ ΤΑ ΛΗΜΕΡΙΑ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη (Αφιέρωμα εις μνήμη του Γεωργίου Ι. Μποτή)

 


ΝΟΕΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΣ ΒΑΧΛΙΑΣ ΤΑ ΛΗΜΕΡΙΑ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη
(Αφιέρωμα εις μνήμη του Γεωργίου Ι. Μποτή)


Να ‘μουν στον ίσκιο σου, Πλάτανε, της Παναγιάς τον μήνα,
που ‘χει τελειώσει ο θερισμός, το λίκνισμα στο αλώνι‧
να στήριζα την πλάτη μου, να άγγιζα τη ρίζα
που ‘χει στα σπλάχνα της νερό και ξεδιψούνε όλοι.

 

Να ξάπλωνα στην κουρελού, να με ‘πιανε ο ύπνος.
Ξυπόλυτος να έτρεχα στης Βάχλιας τα κοτρώνια‧
μ’ ένα κοντύλι συντροφιά, με οδηγό τον ήλιο,
να ξαναζούσα σαν παιδί τα αγνά εκείνα χρόνια.

 

Να ‘βλεπα τον Μποτόγιαννη με το σουβλί στα χέρια,
να μαστορεύει το πετσί, παπούτσια να φορέσω‧
να προξενεύει τη ζωή με χίλια δυο αστέρια,
να μου φωτίζουν το στρατί, τη διαδρομή ν’ αντέξω.

 

Να ‘βλεπα τη Μποτογιαννού στη σκάφη να ζυμώνει
το πρόσφορο της Παναγιάς, με προσευχές στο στόμα
και το κεφαλομάντηλο, δυο γύρους να το ζώνει
όταν καλεί τον Γούλη της, ζεστή να φάει μπομπότα.

Οι Στίχοι του ποιήματος " ΝΟΕΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΣ ΒΑΧΛΙΑΣ ΤΑ ΛΗΜΕΡΙΑ" της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη, γράφτηκαν το Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2023 . Είναι δημιούργημα έμπνευσης από το συγγραφικό έργο κι απ' όλη την διαδρομή της ζωής του Γιώργου Ι. Μποτή.

 Αιωνία η μνήμη σας αξιομακάριστε αδελφέ!

Καλό σας ταξίδι στο Αιώνιο Φως!
Μας αφήσατε παρακαταθήκη το σπουδαίο έργο σας!
Καλό Παράδεισο!

*********













A JOURNEY OF THE MIND TO VACHLIA'S HAUNTS by Maria Kolovou Roumelioti

(A tribute to the memory of Georgios I. Botis)

 

To rest in your shade, Plane Tree, in the month of the Virgin,
when the harvest is done and the winnowing at the threshing floor complete;
to lean my back against you, to touch the root
that holds water in its depths, quenching everyone’s thirst.

 

To lie down on the rag rug and drift into sleep.
To run barefoot across the rocky slopes of Vachlia;
with a slate pencil for company and the sun as my guide,
to relive—like a child—those innocent years.

To see Botoyiannis with his awl in hand,
crafting the leather so I might wear shoes;
to see him matchmaking for life with a thousand stars,
lighting my path so I might endure the journey.

 

To see Botoyiannou at the kneading trough,
preparing the *prosforo* for the Virgin, prayers on her lips,
her headscarf wrapped twice around her brow
as she calls her Goulis to eat warm *bompota* bread.

*************

The verses of the poem "A Mental Journey to the Haunts of Vachlia" by Maria Kolovou-Roumelioti were written on Saturday, January 7, 2023. They were inspired by the literary work and the life journey of Giorgos I. Botis.


May your memory be eternal, blessed brother!
Safe journey to the Eternal Light!
You have left us your magnificent body of work as a legacy!
May you find rest in Paradise.

Ο Charalampos Panoutsakopoulos έγραψε: Τι υπέροχο ταξίδι στις αθώες πατρίδες της ψυχής! Ένα ποίημα που δεν διαβάζεται απλώς, αλλά το αισθάνεσαι να σε αγγίζει βαθιά, να σε γυρίζει πίσω στον χρόνο, εκεί όπου οι ρίζες του ανθρώπου ποτίζονται με αγάπη, πίστη, απλότητα και μνήμες ανεξίτηλες.

Θερμά συγχαρητήρια για αυτό το πολύτιμο κατάθεμα ψυχής. Ένα ποίημα που δεν μιλά μόνο για όσα πέρασαν, αλλά μας θυμίζει με γλυκιά συγκίνηση όσα αξίζει να κρατήσουμε ζωντανά για πάντα. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται με τόση αγάπη και γράφουν με τόση ευαισθησία, ο πλάτανος της μνήμης θα συνεχίζει να απλώνει τη σκιά του πάνω από τις καρδιές μας.

Charalampos Panoutsakopoulos: Ν’ ανέβαινα στα Συλιβιά της Βάχλιας.

Ν’ ανέβαινα στα Συλιβιά, στα Γούπατα της Βάχλιας, εκεί που σμίγει ο ουρανός με τις κορφές του Βεσινιού, της Ξηροκαρύταινας τις λάκκες, στα Αφροδίσια τα βουνά, με τις ατέλειωτες πλαγιές, με τις βαθιές τις λαγκαδιές και των γιδιών τις στράτες..

 Να παίρνω δρόμο ανηφορικό, να με χτυπά τ’ αγέρι, να μοσχοβολά η ρίγανη, γλυκά να μου τραγουδά το θρόισμα της φτέρης, να κελαηδούνε τα πουλιά μες στων Μπαρμπών τα κλώνια, κι ο νους να ταξιδεύει στ΄ αλλοτινά μου χρόνια.

Να σμίγω με τα βοσκόπουλα, με τις μικρές βοσκούλες, με τα τραγούδια τα παλιά και τις γλυκές κουβέντες, να κάθομαι στων δενδρών τον ίσκιο, κοντά σε κάποια βρυσούλα, να κελαρύζει το νερό, και να κτυπά γλυκά -γλυκά της κόρης η καρδούλα

Να εύρισκα τον Γιαννακορόγιανννη, τον Μπέργιο, και τον Βρίλια, να πιάναμε κουβέντα, σαν να ’ταν χθες κι όχι παλιά, να λέγαμε για τα χρόνια εκείνα, που φύγανε σαν τα πουλιά, για γλέντια, και για ντέρτια για τις που ανθίζαν σαν του ‘Πριλιού τα κρίνα.

Να σεργιανούμε αμέριμνοι στις φτωχικές τις ρούγες, στα πετροχτισμένα τα χωριά, στις ανηφοριές, στις στρούγκες, να πάμε εκεί που οι πέτρες που καθόμασταν και μας κρατούν την αύρα, και που τα δένδρα σβήνανε του έρωτα την λαύρα..

Κι αν έπεφτε το δειλινό στις ράχες των βουνών μας, αχ, να μπορούσα μια φορά τα χρόνια να γυρίσω, στης Γορτυνιάς τα μέρη, να γίνω πάλι ένα παιδί, λεύτερο σαν τ’ αγέρι, με μια φλογέρα το βράδυ συντροφιά συντροφιά και την αυγή στο χέρι.

 Γιατί ο τόπος που αγαπάς δεν σβήνει, δεν πεθαίνει, ζει μες στα στήθη σου βαθιά, κι ο χρόνος δεν τον παίρνει.

Τα Συλίβια, τα Αφροδίσια, η Βάχλια η τιμημένη, είναι πατρίδα της καρδιάς, παντοτινά αγαπημένη, ν’ ανέβαινα στα Συλιβιά, στα Γούπατα της Βάχλιας, να ξαναζήσω τα παλιά, στις όμορφες τις στράτες…

Γιατί εκεί είναι οι ρίζες μου, εκεί τα όνειρά μου, εκεί που άφησα παιδί ένα κομμάτι απ’ την καρδιά μου.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου