Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Μεγάλη η τιμή να φιλοξενείται ποίησή μου στις σελίδες της Υπέροχης ανθολογίας WATER, διαθέσιμη το Amazon: https://www.amazon.com/dp/B0GSZJQ1PJ


 
Μυριάδες ευχαριστώ εκλεκτέ Ποιητή και Πολιτιστικέ Ακτιβιστή Abu Zubier Mohammed Mirtillah!
Πολλά συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες αυτής της υπέροχης ανθολογίας!
Μεγάλη η τιμή να φιλοξενείται ποίησή μου στις σελίδες αυτής της Υπέροχης ανθολογίας:
 
Μια Ανθολογία Ποιημάτων Ροής και Στοχασμού, Τόμος 4, όπου συγκεντρώνει τις φωνές περισσότερων από 250 ποιητών από όλο τον κόσμο, δημιουργώντας ένα πλούσιο και ποικίλο μωσαϊκό σύγχρονης ποίησης.
Ενωμένο από τα θέματα της ροής και της στοχασμού, αυτός ο τόμος εξερευνά το νερό ως φύση, μεταφορά, μνήμη και κίνηση —αποτυπώνοντας τη δύναμή του να θεραπεύει, να μεταμορφώνει και να συνδέεται.
Σε πολιτισμούς, γλώσσες και βιώματα, τα ποιήματα ανιχνεύουν συναισθηματικά ρεύματα, εσωτερική ηρεμία και την κοινή ανθρώπινη σχέση με την αλλαγή. Κάθε συνεισφορά προσθέτει μια μοναδική κυματισμό στη συλλογή, καθιστώντας αυτήν την ανθολογία μια παγκόσμια συζήτηση που διαμορφώνεται από ρυθμό, βάθος και φαντασία. Ο Τόμος 4 αποτελεί έναν εορτασμό της ποιητικής ποικιλομορφίας και της συλλογικής έκφρασης, υπενθυμίζοντας στους αναγνώστες ότι αν και οι φωνές μπορεί να αναδύονται από διαφορετικές ακτές, τελικά συναντώνται στην ίδια απέραντη θάλασσα συναισθημάτων και σκέψης.
Η ανθολογία είναι τώρα διαθέσιμη στο Amazon:
 
Η συμμετοχή μου στα Ελληνικά 
 

ΜΗ ΜΟΛΥΝΕΤΕ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ! της Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη 
 
Το νερό είναι διάφανο αίμα, γεμάτο ζωή,
στις φλέβες της γης...
Μην το δηλητηριάζετε! 
 
Μην μολύνετε την πηγή της ζωής.
Η σήψη σκοτώνει τα πάντα!
Κάντε κάτι, αμέσως, τώρα!
 
Ας φυλάξουμε λίγο ευλογημένο νερό από εκείνο των Θεοφανίων.
Αύριο θα έρθει μεγάλη ξηρασία.
Να έχουμε να πίνουμε γουλιά τη γουλιά σβήνοντας τη δίψα μας,
καθαρίζοντας τις πληγές μας. 
 
Η έλλειψη του ξεραίνει τα χείλη μας!
Μαραίνει την ψυχή μας!
Δεν μας λυπάται ο ουρανός να πλύνει τις πληγές !
Δίχως νερό…. Χωρίς δροσιά.... Δίχως του δέντρου ίσκιο:
Πού να σταθούμε oι άμοιροι;
Πού να απλώσουμε το μίσχο μας; 
 
Αν μπορούμε ακόμη να μιλούμε για ζωή
είναι επειδή ακόμη τα σύννεφα κουβαλούν στις πλάτες τους
τα δάκρυα των ωκεανών.
 
Αν ακόμα μπορούμε να μιλούμε για ομορφιά
είναι επειδή ο ουρανός συνεχίζει
να πλένει τις πληγές μας!...
 
Αν ακόμη μπορούμε να μιλούμε για ταξίδια θαυμαστά
είναι επειδή ακόμη τα πλεούμενα του κόσμου
πλέουν με όραμα την ελπίδα!
 
Στην έρημο λιποθυμούμε!...
Στον ήλιο λιώνουμε σιγά σιγά !…
Κι όπου σπαρθούμε κι όπου σταθούμε:
Επιμένει το σάλιο να κολλάει τα χείλη μας
διψασμένοι για νερό!...
 
Μη μολύνετε την πηγή της ζωής!
 
DO NOT POLLUTE THE SOURCE OF LIFE! By Maria Kolovou Roumelioti- 
Greece
 
Water is transparent blood, full of life,
in the veins of the earth...
Do not poison it!
 
Do not pollute the source of life.
Rotting kills everything!
Do something, immediately, now! 
 
Let us save some blessed water from that of the Epiphany.
Tomorrow there will be a great drought.
Let us have to drink sip by sip quenching our thirst,
cleansing our wounds.
 
Its absence dries our lips!
It withers our soul!
The sky does not pity us to wash the wounds!
Without water.... Without dew.... Without the tree of the cistern:
Where can we, the unfortunate ones, stand?
Where should we spread our stalk?
 
If we can still talk about life,
it is because the clouds still carry on their backs
the tears of the oceans. 
 
If we can still talk about beauty
it is because the sky continues to wash
our wounds!... 
 
If we can still talk about wonderful journeys
it is because the ships of the world still
sail with a vision of hope! 
 
In the desert we faint!...
In the sun we slowly melt!... And
wherever we sow and wherever we stand:
Saliva insists on sticking to our lips thirsty for water!...
 
Do not pollute the source of life!

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Ευχαριστώ από καρδιάς την ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ για την συμπερίληψη των στίχων μου "ΠΥΡΙΓΟΝΟΣ ΝΟΥΣ" στις σελίδες του 50ου τεύχους του εν λόγω περιοδικού "ΦΩΝΗ ΛΟΤΕΧΝΩΝ". .


Ευχαριστώ από καρδιάς την ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ - τον εκλεκτό φίλο συγγραφέα και εκδότη, Γιάννη Α. Μαντά, τα μέλη της συντακτικής ομάδας, Παναγιώτη Καραβασίλη και Τίτο Κοκκινέα, καθώς και τους Συνεργαζόμενους της "ΦΩΝΗ ΛΟΤΕΧΝΩΝ " για την συμπερίληψη των στίχων μου "ΠΥΡΙΓΟΝΟΣ ΝΟΥΣ" στις σελίδες του 50ου τεύχους του εν λόγω περιοδικού .



ΠΥΡΙΓΟΝΟΣ ΝΟΥΣ
 
Πάνω σ' αυτό το πύρινο αλώνι
Χορεύει ο άνεμος μαζί με τη φωτιά
Ο Σαλπιγκτής τη σάλπιγγα υψώνει
Στο προσκλητήριο ξυπνάνε τα θεριά!
 
Θεοί κακόβουλοι λιθάρια ξεριζώνουν
Από τις φλέβες αδειάζουν την ιχώρ
Στον Κάτω Κόσμο τον Κέρβερο σελώνουν
Οχιές και δράκοι γεμίζουν το κενό!...
 
Δαιμόνων γέννες ανοίξανε τις Πύλες
Και το κακό σκορπίστηκε στη γη
Συλήθηκαν των Ιερών οι Κρύπτες
Κι αφόρμισε του Κόσμου η πληγή...
 
Δαήμων Νους τον Πήγασο σελώνει 
Πάνω σε φλόγες βαπτίζει το καινό
Μέσα απ' το Χάος το βλέμμα ανασηκώνει
Ψυχή αφήνει... Θυσία σε βωμό!...
 
Σπίθα του Νου σε κάστρο γκρεμισμένο
Αναμετριέται με στάχτες και καπνούς
Μα μες τη στάχτη, κάρβουνο φυλαγμένο
Το δρόμο δείχνει για νέους Ουρανούς!
 
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
 
 

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Παρουσίαση της ποιητικής Συλλογής «ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» της Λογοτέχνιδας και Εικαστικού Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη. Απαγγέλει-Αναλύει-Μελοποιεί ο Pierrotos (Τάσος Ζαχαριάδης)


 https://youtu.be/v6APpRk_S9I?si=LjgNd46gAKC4A88m

 

Παρουσίαση της ποιητικής Συλλογής «ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»  της Λογοτέχνιδας και Εικαστικού Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη. Απαγγέλει-Αναλύει-Μελοποιεί ο Pierrotos (Τάσος Ζαχαριάδης)

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μια  αυγουστιάτικη  φεγγαρόλουστη  νύχτα, η  γριά  Περσεφόνη,  μια   εκατόχρονη  γερόντισσα, κάθεται ακουμπισμένη στην εξώπορτα  του πατρικού της σπιτιού: το σημείο εκείνο, όπου ξεκίνησε να πλάθει τα εφηβικά όνειρα  της  ζωής.

Μόνη  πια, σκεβρωμένη  απ’  τις βαρυχειμωνιές της ζωής και των χρόνων τα βάσανα, με αχτένιστα μαλλιά κι αστρολάβο τη μνήμη, στέκει να  αγναντεύει βαθιά  το παρελθόν αναγείροντας απ’  τα θησαυροφυλάκια του μυαλού  τις εκατόχρονες θύμησες.

Κάνοντας τον  τελευταίο  απολογισμό  της, μην έχοντας σε ποιόν  να μιλήσει, καταπιάνεται  με  το να κάνει την εξομολόγησή  της  στα άστρα του ουρανού και στο  ολόγεμο φεγγάρι.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΞΕΚΙΝΑ ΜΕ ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ ΣΤΙΧΩΝ.

 

Πρώτο 1ο  ακούγεται το ποίημα  υπό τον τίτλο: Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ  ΥΠΑΡΞΗΣ

 

Μια πνοή στο άπειρο είμαι

μια στιγμή δευτερολέπτου στο όνειρο

που σβήνω, πριν προλάβω ν’ ανάψω

το φαναράκι που φωτίζει το δρόμο της ύπαρξής  μου.

 

Βιάζομαι να φωνάξω πως: υπάρχω!

Πως είμαι ένας κόκκος άμμου που χτίστηκε

στην απεραντοσύνη της ολότητας του σύμπαντος

και της ερήμου της ζωής

καθώς αγωνιώ

να προλάβω να ρουφήξω δροσιά

απ’ τους κάκτους της…

 

Βιάζομαι να ακούσεις:

Πως γεννήθηκα για να με κοιτάξεις

με ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων σου˙

πριν προλάβω κι επιστρέψω

«Στην πριν της γέννησης μου ανυπαρξία.»

 

Όσο για το μετέπειτα…

δεν βιάζομαι καθόλου

γιατί γνωρίζω πως: είναι αιώνιο…

 

και 2ο δεύτερο,  ένα μικρό  απόσπασμα από τη θεματική ενότητα:

 

 

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Κάθομαι εδώ στο ξύλινο πορτόφυλλο

κοιτάζοντας τ’ άστρα μέσα στα μάτια τους.

Θαρρώ πως έχω γίνει ένα μαζί τους:

Ένα άστρο μακρινό, που έχασε το φως του

και ψάχνει να πάρει  λάμψη απ’ το φεγγαρόφωτο.

 

Μια κρεμασμένη μαγκούρα στο πόμολο της πόρτας

δείχνει πως ο χρόνος σκέβρωσε το κορμί μου

και η σκιά στον τοίχο, φανερώνει την καμπούρα μου.

 

Κάποτε,  κοίταζα τούτο τον τόπο και καμάρωνα!

Τόπος γεμάτος έρωτα, λαμπερά μάτια

και χείλη που ευωδίαζαν απ’ τ’ άρωμα της νιότης.

 

Το φεγγάρι έριχνε τις ασημένιες αχτίδες του

στην στέρνα του κήπου

κι ο έρωτας έκανε παιχνίδια

κρυμμένος στις φυλλωσιές της ιτιάς.

 

Τώρα πια,

τα χείλη μαραμένα φύλλα έγιναν  που δεν φιλούν τη ζωή.

Κι εγώ,

που τόσο λαχτάρισα να ζήσω

θέλω να σας μιλήσω:

τον πόνο,  την  χαρά, την ελευθερία της νιότης.

 

Στο στήθος μου η μισοξέμπλεκη πλεξούδα μου

χιονισμένη απ’ του χρόνου τις χειμωνιές.

Στα χέρια μου οι φλέβες, δέντρου κλαδιά διακλαδωμένα

κρατούν ίσκιο στην σάρκα μου.

 

Γυναίκα του Λωτ μαρμαρωμένη

από την περιέργεια για τα καμώματα της ζωής!...

 

Εν συνεχεία ακούγεται μελοποιημένο το ποίημα:

 ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Πιθύμησα να ‘ρθεις να σε δω

στο φτωχικό σπιτάκι μας, να ξαναϊδωθούμε,

τα τόσα ασήμαντα και όμορφα να ξαναθυμηθούμε.

 

Να πλέξει ο νους ταξίδια αλαργινά

σε κρυσταλλένιους ουρανούς σε πορφυρένια δάση

και το καράβι της καρδιάς, λιμάνι απάνεμο να πιάσει.

 

Μαζί ν’ ακούσουμε τους φλοίσβους τ’ ουρανού

μαζί και  της ανάσας μας το δάκρυ

και κάθε αμάρτημα παλιό,

με την αγάπη θα νικώ

Νύμφη μαζί σου θα γενώ

σε ολόλευκο κρεβάτι.

 

Θα πιούμε δροσιά απ’ την μελιά,

νερό απ’ το αστραφτερό ποτάμι.

Μήλα θα φάμε απ’ την μηλιά

και δυο λωτούς απ’ το πανέρι,

που η μάνα έχει φέρει,

απ’ την πατρίδα των καημών

και ξέρει να γιατρεύει.

 

Τ’ αηδόνια  θ’ ακούσουμε ξανά

ήχοι ιλαροί θα ψέλνονται στα αυτιά μας

και τον σταυρό που κουβαλάς,

ακούμπησέ τον στης καρδιάς μου τα σκαλιά

- κρίνα λευκά και γιασεμιά-

και κοίτα την ζωή ξανά:

Σαν εμπειρία ευφραντική, σαν Παναγιά,

που σου την πρόσφερε με απλοχεριά

της μάνας η ευχή

και του Χριστού η ευλογία.

 

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΑΣΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ – PIERROTOS ΚΑΙ ΟΜΙΛΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ:

 

Αγαπητοί μου ακροατές, καλησπέρα!

Εδώ,  Pierrotos, από το Rario Pierotos! Και πάλι, μαζί, από τον κύκλο εκπομπών «ΕΝ ΖΩΗ». Μόλις ακούσαμε τρία ποιητικά κείμενα από τη Συλλογή της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη,  με τίτλο: ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Τα δύο πρώτα ήταν με  τίτλους: «Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ  ΥΠΑΡΞΗΣ» και  «ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ». Τα ακούσαμε σε απαγγελία  του Πιερότου. Το τρίτο ποιητικό κείμενο, με τίτλο «ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ», το ακούσαμε σε μελοποίηση  του Πιερότου.

Αγαπητοί φίλοι, επιχειρώ  απόψε, να σας δώσω μόνο μια μικρή γεύση απ’ αυτό  το πραγματικά εκπληκτικό έργο  με τίτλο : ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ!

Και πράγματι, μόνο μια γεύση μπορεί να είναι αυτό που ακούτε… γιατί, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ογκώδες ποιητικό έργο, ένα έργο που ξεδιπλώνει μπροστά μας μια ολόκληρη Οδύσσεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι γραμμένο σε ένα Ιδιαίτερο και Συναρπαστικό είδος Γραφής, που πραγματικά θα άξιζε να το έχετε όλοι  στα χέρια σας και να το διαβάσετε  με την ησυχία και τη συγκέντρωση που απαιτεί μια τέτοια συλλογή .

Τη Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη τη γνώρισα  μέσα από διάφορες συνεργασίες μας. Και κάθε νέα συνάντηση με το έργο της, οφείλω να  ομολογήσω ότι,  η εκτίμησή μου προς το πρόσωπό της, ολοένα και μεγαλώνει! (Μη μας διαφύγει, άλλωστε, πως, πέρα από λογοτέχνιδα είναι και εικαστικός δημιουργός, και τα έργα της, όπως θα παρατηρήσετε, περνούν στο βίντεο αυτής της εκπομπής. Αξίζει να αναφέρουμε πως, το βιβλίο κυκλοφόρησε από τον Εκδοτικό Οίκο «Ωρίωνας» το 2011‧ το σημαντικότερο όμως, είναι πως,  το έργο αυτό τιμήθηκε με πολλά βραβεία! (Ένα από αυτά, από τον Φιλολογικό Σύλλογο «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»  κι  ένα ίσως σημαντικότερο, από την Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών το 2012- μια διάκτιση που αποδεικνύει την πραγματική του αξία.)

Το περιεχόμενό του, είναι ένας συνεχής ύμνος, αλλά κι ένας θρήνος ταυτόχρονα για τη ζωή και τον άνθρωπο. Είναι ένα βαθύ ταξίδι ενδοσκόπησης‧  ένα μακροβούτι μέσα στην ανθρώπινη ψυχή.

Μέσα από την εξομολόγηση της ηρωίδας του έργου -μιας εκατοντάχρονης γυναίκας- της Περσεφόνης, αναδύονται τα αποστάγματα  μιας ολόκληρης ζωής. Εκατό χρόνια εμπειριών, μνήμης, πόνου και σοφίας.  Σήμερα λοιπόν, παρουσιάζουμε ένα εσωτερικό ταξίδι, μια διαδρομή που ξεκινά από τη νιότη, περνά μέσα από τον έρωτα, την μνήμη, την απώλεια…. και φτάνει, τελικά, στη βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου και του χρόνου.

Η Συγγραφέας, λογοτέχνιδα και εικαστικός Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη, επιλέγει να ανοίξει αυτή τη διαδρομή, με μια εικόνα βαθιά συμβολική: Τη μορφή της γριάς Περσεφόνης.

Μια Αυγουστιάτικη φεγγαρόλουστη νύχτα, η εκατόχρονη αυτή γυναίκα,  κάθεται ακουμπισμένη στο κατώφλι  του πατρικού της σπιτιού, εκεί που κάποτε γεννήθηκαν τα πρώτα όνειρα  της  νιότης της. Τώρα, σκυμμένη από το βάρος των χρόνων, αλλά γεμάτη μνήμες, αγναντεύει το παρελθόν  και ανοίγει τα θησαυροφυλάκια της ζωής της!... Μόνη,  με συντροφιά το φεγγάρι και τα αστέρια,  κάνει τον απολογισμό της‧ άλλοτε μονολογεί, άλλοτε γράφει,  κι άλλοτε ξεφυλλίζει το τεφτέρι, που όπως η ίδια λέει , της χάρισαν η χαρά και η λύπη!....

Μέσα από αυτές τις σελίδες  ξεδιπλώνονται  οι εμπειρίες μιας ολόκληρης ζωής‧ και καθώς ο αναγνώστης προχωράει  σε αυτή τη διαδρομή της Περσεφόνης, αρχίζει να συνειδητοποιεί  κάτι πού οικείο‧ κάτι πολύ δικό του- γιατί, το έργο αυτό, είναι πάνω απ’ όλα, εξομολόγηση ψυχής, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αφορά σχεδόν, όλους μας!

Στις σελίδες του συναντάμε τη νιότη, τον έρωτα, τις ελπίδες, αλλά και τις απώλειες που διαμορφώνουν τον άνθρωπο. Ο χρόνος, περνά, αμείλικτα κι αθόρυβα‧ όπως ακριβώς περνά και η ίδια η ζωής μας !... Οι στιγμές γίνονται μνήμες  και η εμπειρίες: σοφία.

 

Ακούγεται  μελοποιημένο το ποίημα:

 

 ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΤΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΑ

 

Τα βράδια τα αυγουστιάτικα η νύχτα,

στους ίσκιους της καρδιάς, ασήμι χύνει

και το φεγγάρι, τους λευκούς καθρέφτες του αφήνει

για να καθρεφτιστείς στης σιγαλιάς την χάρη.

 

Του κούκου το θλιμμένο το τραγούδι

στου αφτιού σου τον κοχλία αφήνει  χάδι,

αγναντεύοντας του απείρου το σκοτάδι

κι όλο το σώμα, σε μια αγκαλιά ξαπλώνει.

 

Το γιασεμί στην πόρτα ανθισμένο

με ουράνια ευωδία μας τυλίγει

και δυο φιλιά στα χείλη μας αφήνει

με ιάματα ξεπλένει τις πληγές μας.

 

Η ανάσα της νυχτιάς μάς γαληνεύει

με ένα ζεστό φιλί μάς ταξιδεύει

και μ’ ένα χάδι απαλό μάς κανακεύει

σε αγνόρυτες αγάπες μάς παγαίνει.

 

 

Και καθώς ευλαβικά ακολουθούμε βήμα βήμα  αυτήν την εκατόχρονη διαδρομή ζωής, συναντάμε ένα ποίημα που εκφράζει  με ιδιαίτερη δύναμη την Υπαρξιακή  Μοναξιά  του ανθρώπου ‧ μια μοναξιά που, πολλές φορές κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται , ξένος‧ όχι, μόνο, ξένος προς τον κόσμο που τον περιβάλει, αλλά , ακόμη κι απέναντι προς τον ίδιο του τον εαυτό!.... Η Ποιήτρια μας μιλά για μια εξορία που δεν είναι γεωγραφική, - δεν είναι ένας τόπος μακριά απ’ την πατρίδα… είναι μια εξορία , βαθιά ψυχική!... Είναι η αίσθηση πως, ο άνθρωπος αναζητά μια χαμένη πατρίδα‧ έναν τόπο βαθύτερης αλήθειας‧ ένα τόπο εσωτερικής  γαλήνης και λύτρωσης‧ και όσο ο χρόνος περνά, προσπαθεί να μαζεύει μέσα του, όσα η ζωή εσκόρπισε:  Μνήμες… όνειρα… ελπίδες… απογοητεύσεις…. (όλα εκείνα που συνθέτουν τη μεγάλη περιπέτεια της Ύπαρξης!... )

Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ, ένα πραγματικά συγκλονιστικό ποίημα! Ένα ποίημα που αποτελεί μια βαθιά αναμέτρηση  με τη μοναξιά, τη μνήμη και την αιώνια ανάγκη του ανθρώπου να βρει τον αληθινό του τόπο.

Ας το ακούσουμε αμέσως τώρα!

 

ΕΞΟΡΙΣΤΗ…

 

Μια εξόριστη είμαι σ’ αυτόν τον τόπο…

Εξόριστη και μόνη…

Βασανισμένη απ’ την μοναξιά μου… που πάντα οδηγεί τη σκέψη μου

σε τόπους μακρινούς και άγνωρους 

και γεμίζει τα όνειρά μου με εικόνες

μιας πατρίδας μακρινής και λησμονημένης…

 

Εξόριστη από συγγενείς και φίλους… 

κι αν κάποιον απ’ αυτούς αντάμωνα, θα έλεγα στον εαυτό μου:

«Μα, ποιος είναι αυτός και που τον έχω γνωρίσει;

Ποιος δεσμός μ’ ενώνει μαζί του και γιατί

με τραβάει να καθίσω πλάι του;»

 

Εξόριστη είμαι κι από τον εαυτό μου…

Κι αν ακούσω την ίδια μου τη γλώσσα να μιλεί,

το αυτί μου βρίσκει τη φωνή μου παράξενη.

 

Μερικές φορές κοιτάζω μέσα μου

και παρατηρώ τον μυστικό εαυτό μου.

Έναν κρυφό εαυτό που γελάει και κλαίει, που τολμάει και φοβάται…

Τότε η ύπαρξή μου απορεί με την ύπαρξή μου

και το πνεύμα μου εξετάζει το πνεύμα μου.

Ωστόσο μένω εξόριστη…

Άγνωστη… χαμένη στην ομίχλη

ντυμένη με τη μοναξιά...

 

Εξόριστη σε μια πατρίδα μακρινή και λησμονημένη

που κανείς δεν ξέρει τον τόπο που γεννήθηκα

και κανείς δεν έχει ακούσει το όνομά μου.

 

Σκέψεις παράξενες με παγιδεύουν

χαρούμενες και φοβερές

πόθοι, χαρές και πόνοι…

και σαν πέφτει η νύχτα,

ίσκιοι περασμένων καιρών πέφτουν επάνω μου

και ψυχές με πλησιάζουν και με θωρούν.

Τους θωρώ κι εγώ  και τους ρωτώ για πράγματα παλιά

και μου απαντούν με καλοσύνη και χαμόγελα.

 

Μια εξόριστη είμαι

και κανείς δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα της ψυχής μου.

 

Είναι παράξενα τα οράματά μου

ανόμοια με τα οράματα κάθε άλλου ανθρώπου

γιατί βλέπω ψυχές να υψώνουν τα φτερά τους προς τον ουρανό

κι άλλες θρηνώντας να κατεβαίνουν στον Άδη 

που με θωρούν με βλέμμα γεμάτο αγάπη!

 

Εξόριστη από τον τόπο μου,

από μια πατρίδα λησμονημένη και πονεμένη…

μαζεύω όσα η ζωή εσκόρπισε.

Μια εξόριστη είμαι κι εξόριστη θα μείνω

-μακριά απ’ τον τόπο μου,

ώσπου ο θάνατος να με πάει εκεί που ανήκω.

 

 

Αυτή η Ποιητική Συλλογή της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη δεν οδηγεί στην απόγνωση! Αντιθέτως, μας οδηγεί σε μια περίεργη συμφιλίωση  με τον κύκλο της ζωής.  Μας  θυμίζει ότι, ο χρόνος, φθείρει!...αλλά, ταυτόχρονα , διδάσκει ‧ οι απώλειες, πονάνε, αλλά, αφήνουν μέσα μας  σοφία!

Η δύναμη της γραφής της ποιήτρια; Στην ειλικρίνεια και στην απλότητά της!

Ο λόγος της; Ανθρώπινος, καθαρός  και βιώματος !

Κι έτσι το βιβλίο γίνεται καθρέφτης. Κάθε αναγνώστης βλέπει κάτι δικό του.  Μια μνήμη… έναν έρωτα… μια στιγμή …τη δική του ζωή.

Η γριά Περσεφόνη  , καθισμένη  στο κατώφλι του πατρικού της σπιτιού, συμβολίζει τελικά τον άνθρωπο, - τον κάθε άνθρωπο  που κάποια στιγμή  σταματά… κοιτάζει πίσω και προσπαθεί να κατανοήσει , τι άξιζε περισσότερο: Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε; Οι μνήμες; Η ίδια η ζωή; Ή τελικά ο τόπος που είμαστε  προορισμένοι  να φτάσουμε;….

Μέσα απ΄ τις σελίδες αυτού του βιβλίου  καταλαβαίνουμε πως, η ζωή με τις χαρές της , τις απώλειες , τις αναζητήσεις: είναι πάνω απ’ όλα , ένα ταξίδι  αυτογνωσίας .

Σας ευχαριστώ που είχατε την υπομονή να με ακούσετε !

Σε ευχαριστώ Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη , για την τιμή που μου έκανες  να παρουσιάσω αυτή την εκπληκτική Συλλογή.

Και θα κλείσουμε με ένα από τα καταπληκτικά αποσπάσματα αυτού του βιβλίου, όπου η γριά Περσεφόνη, σε μια τραγική της στιγμή , μελοποιείται από τον Πιερότο –Τάσο Ζαχαριάδη.

Καλή σας ακρόαση!

 

Στα αφτιά μου ακούω ήχους…

 

Απολιθώνεται η αξιοπρέπεια στα γηρατειά.

Γίνεσαι λυπηρό αξιοθέατο.

Σε βλέπουν τα νιάτα και ριγούν.

 

Εμένα μου έμειναν τα καρφιά να θυμίζουν τη λάμψη μου.

Τούτα τα καρφιά θα δοξάσω!

 

Σαν σφάζει το σφαχτάρι ο μακελάρης,

κρεμάει το τομάρι του στον ήλιο να σταφιδιάσει,

να μαραθεί μαζί με μπόλικο αλάτι.

Εμένα με αλάτισαν τα βάσανα

και το τομάρι μου σταφίδιασε κολλημένο στο κορμί μου.

Και στα σκυλιά να ρίξουν την σάρκα μου,

θα σπάσουν δόντι να την μασήσουν.

Κι αυτό που μου  ‘ρθε τώρα στην κούτρα,

σκεπτόμενη το ζαρωμένο μου τομάρι, είναι πως:

Τα καλύτερα τομάρια στην αγορά πωλούνται,

και σουβενίρ πανάκριβα αγοράζονται.

Αν τις βαθιές  χαρακιές του προσώπου μου εξαλείψω,

με λίφτινγκ πρόσκαιρα και ψυχοφθόρα,

φοβάμαι πως η ψυχή μου θα τεμαχιστεί σε χίλια κομμάτια.

Γιατί τούτες οι χαρακιές,

χαρακτηρίζουν τη ζήση μου.

 

Το λευκό σεντόνι της αθωότητας μου

κιτρίνισε απ’ του χρόνου τη μούχλα.

Το φουγάρο του τζακιού που ζέσταινε τα νιάτα μου

μπούκωσε απ’ του χρόνου την κάπνα

κι ο καθρέφτης που καθρέφτιζα τη νιότη,

στιγματίστηκε με τεφρά στίγματα.

Ούτε ο παλιατζής στο κάρο του δεν τον μαζεύει…

Στέκει αραχνιασμένος, περιμένοντας να αντικρίσει

το ραγισμένο μου είδωλο.

 

Αχ αυτή η μοναξιά!

Μες στο δικό μου καλούπι αμπαρωμένη

- το δερματί μπαούλο με τομάρι καλυμμένο -

που καθώς διαβαίνουν τα χρόνια ζαρώνει,

μαραγκιάζει σαν τσαπελιάρικο σύκο κρεμασμένο στο κλαρί.

Τα δάχτυλα τρέμουν να αγγίξουν

αυτό που κάποτε με ατέρμονη ικανοποίηση  χάιδευαν.

Διαλύεται η σάρκα με τα χρόνια

 Αποσυντίθεται, αφήνοντας του χρόνου την οσμή:

Μια οσμή μούχλας και γλυκόξινου κρασιού

που ακάλυπτα σκορπιέται και γεμίζει το σύμπαν ολάκερο.

 

Μια λίρα κρεμασμένη στα στήθη ηχεί παράταιρα.

Σκουριασμένη τρέμει σαν το βαθουλωμένα μάγουλα της γριάς

σαν το σαγόνι που από φόβο τρεμοπαίζει.

 

Αχ αυτή η μοναξιά!

Σε άδεια δωμάτια δεν πολεμιέται.

 

Βαδίζουν οι σκιές στους τοίχους, στα πατώματα,

σαν τις σκιές που σχηματίζονται και βιαστικά αόρατες γίνονται,

καθώς το σύννεφο κρύβει για λίγο τον ήλιο.

Γυρίζω την πλάτη να μην τις αντικρίσω

κι εμπρός μου βλέπω απολιθωμένα τα όνειρά μου.

Προσπαθώ να σταθώ αγέρωχη

πασχίζοντας να επιβάλω κάτι καινούριο στις παλιές μου αντιλήψεις:

Να γίνω αρεστή στον εαυτό μου, να αντέξω την μονότονη μοναξιά μου.

Όσο ανόητη κι αν φανώ σας λέω:

Σηκώνω τα χέρια κι αγκαλιάζω τους πολυελαίους

που κρέμονται απ’ τον ουρανό

μήπως  και φωτιστούν τα σκοτάδια μου.

 

Είναι ανθρωπινό τούτο και συγχρόνως σκληρό κι απάνθρωπο:

Μία ψυχή μόνη να παλεύει τη μοναξιά…

 

Θεσσαλονίκη, 14 Μάρτη 2026

Τάσος Ζαχαριάδης 

 

 
 https://youtu.be/v6APpRk_S9I?si=LjgNd46gAKC4A88m

Presentation of the poetry collection “THE WHEELS OF TIME” by the writer and artist Maria Kolovou Roumelioti. Recited-Analyzed-Melody by Pierrotos (Tasos Zachariadis)

 

INTRODUCTION

On an August moonlit night, the old woman Persephone, a hundred-year-old gerontissa, sits leaning against the front door of her parents’ house: that spot where she began to shape the adolescent dreams of life.

Now alone, bent over by the heavy burdens of life and the suffering of the years, with uncombed hair and an astrolabe for memory, she stands gazing deeply into the past, raising from the treasuries of the mind the hundred-year-old memories.

Taking her final inventory, having no one to talk to, she sets about making her confession to the stars in the sky and the full moon.

 

THE PRESENTATION OF THE PROJECT STARTS WITH VERSE STATEMENTS.

 

First, the poem is heard under the title: THE AGONY OF EXISTENCE

 

A breath in infinity I am‧

a moment of a second in the dream

that I extinguish, before I have time to light

the lantern that illuminates the path of my existence.

 

I hasten to shout: I EXIST!

How I am a grain of sand built

in the vastness of the totality of the universe

and the desert of life

as I agonize

to catch a breath of fresh air

from its cacti…

 

I am in a hurry to hear:

How I was born so that you could look at me

with a blink of your eyelids;

before I can catch up and return

“To my pre-birth nonexistence.”

 

As for what comes after…

I am in no hurry at all

because I know that: IT IS ETERNAL…

 

and secondly, a small excerpt from the thematic unit:

 

IN THE LIGHT OF THE STARS

 

I sit here on the wooden door

looking at the stars in their eyes.

I think I have become one with them:

A distant star, which has lost its light

and is looking for shine from the moonlight.

 

A hanging hook on the doorknob

shows that time has twisted my body

and the shadow on the wall reveals my hump.

 

Once, I looked at this place and I was proud!

A place full of love, shining eyes

and lips that smelled of the scent of youth.

 

The moon was casting its silver rays

on the garden cistern

and love was playing

hidden in the willow foliage.

 

Now,

the lips have become withered leaves that do not kiss life.

And I,

who so longed to live

want to speak to you:

the pain, the joy, the freedom of youth.

 

On my chest my half-untangled braid

snowed by the winters of time.

In my hands the veins, branched tree branches

hold a shadow on my flesh.

 

Lot's wife, marbled

by curiosity about the doings of life!...

 

Then the poem is set to music: NOSTALGIA

 

I wished you would come to see us

in our poor little house, to see each other again,

to remember the so insignificant and beautiful things again.

 

May the mind weave journeys of alargish

in crystal skies in purple forests

and the ship of the heart, a harbor sheltered from the wind, to catch.

 

Together let us hear the rustling of the sky

together and the tear of our breath

and every old sin,

with love I will conquer

A nymph with you I will become

in a pure white bed.

 

We will drink dew from the honey tree,

water from the sparkling river.

We will eat apples from the apple tree

and two lotuses from the basket,

which the mother has brought,

from the homeland of sorrows

and knows how to heal.

 

We will hear the nightingales again

joyful sounds will sing in our ears

and the cross you carry,

lay it on the steps of my heart

- white lilies and jasmine-

and look at life again:

Like a joyful experience, like a Virgin Mary,

which was generously offered to you

by the mother's wish

and Christ's blessing.

 

MR. TASSOS ZACHARIADIS – PIERROTOS AND SPEAKS ABOUT THE POETRY COLLECTION:

 

My dear listeners, good evening!

Here, Pierrotos, from Rario Pierrotos! And again, together, from the series of programs “IN LIFE”. We have just heard three of her poetic texts from the Collection of Maria Kolovo Roumelioti, entitled: THE WHEELS OF TIME. The first two were titled: “THE AGONY OF EXISTENCE” and “IN THE LIGHT OF THE STARS”. We heard them recited by Pierrotou. The third poetic text, entitled “NOSTALGIA”, we heard set to music by Pierrotou.

Dear friends, I am attempting tonight to give you just a small taste of this truly amazing work entitled: THE WHEELS OF TIME!

And in fact, what you are listening to can only be a taste… because, in reality, it is a voluminous poetic work, a work that unfolds before us an entire Odyssey of human existence. It is written in a Special and Fascinating style of writing, which would really be worth having in your hands and reading with the peace and concentration that such a collection requires.

I met Maria Kolovou Roumelioti through various collaborations. And with each new encounter with her work, I must confess that my appreciation for her continues to grow! (Don't forget, besides, that, in addition to being a writer, she is also a visual artist, and her works, as you will notice, are featured in the video of this show. It is worth mentioning that the book was published by the "Orionas" Publishing House in 2011; most importantly, however, this work was honored with many awards! (One of them, from the "PARNASSOS" Philological Association and a perhaps more important one, from the International Society of Greek Writers in 2012 - a breakthrough that proves its real value.)

Its content is a continuous hymn, but also a lament at the same time for life and man. It is a deep journey of introspection ‧ a long dive into the human soul.

Through the confession of the heroine of the work - a hundred-year-old woman - Persephone, the essences of an entire life emerge. A hundred years of experiences, memory, pain and wisdom. Today, therefore, we present an inner journey, a path that begins from youth, passes through love, memory, loss... and finally reaches the deepest understanding of man and time.

The writer, writer and artist Maria Kolovou Roumelioti, chooses to open this path, with a deeply symbolic image: The figure of the old woman Persephone.

On an August moonlit night, this hundred-year-old woman sits leaning on the threshold of her parental home, where the first dreams of her youth were once born. Now, bent over by the weight of the years, but full of memories, she gazes at the past and opens the treasuries of her life!... Alone, with the moon and the stars as her company, she makes the her account‧ sometimes she speaks in monologues, sometimes she writes, and sometimes she flips through the notebook, which, as she herself says, was given to her by joy and sadness!....

Through these pages, the experiences of an entire life unfold‧ and as the reader progresses on this journey of Persephone, he begins to realize something very familiar‧ something very much his own - because, this work, is above all, a confession of the soul, which in one way or another, concerns almost all of us!

In its pages we encounter youth, love, hopes, but also the losses that shape man. Time passes, mercilessly and silently‧ just as our life itself passes!... Moments become memories and experiences: wisdom.

 

The poem sounds set to music: THE AUGUST EVENINGS

 

On the August evenings, the night,

in the shadows of the heart, pours silver

and the moon, leaves its white mirrors

so that you may be reflected in the grace of silence.

 

The sad song of the cuckoo

leaves a caress on the cochlea of ​​your ear,

gazing at the darkness of infinity

and the whole body, in an embrace, lies down.

 

The jasmine blooming at the door

wraps us with heavenly fragrance

and leaves two kisses on our lips‧

with healings it washes away our wounds.

 

The breath of the night calms us

with a warm kiss it takes us on a journey

and with a gentle caress it soothes us

into ignorant loves it freezes us.

 

And as we reverently follow this hundred-year journey of life step by step, we encounter a poem that expresses with particular power the Existential Loneliness of man ‧ a loneliness that, many times, makes man feel, a stranger ‧ not only, a stranger to the world that surrounds him, but, even to his own self!.... Our Poet speaks of an exile that is not geographical, - it is not a place far from the homeland... it is a deeply psychological exile!... It is the feeling that man is searching for a lost homeland ‧ a place of deeper truth ‧ a place of inner peace and redemption ‧ and as time passes, he tries to gather within himself, what life has scattered: Memories... dreams... hopes... disappointments.... (all that makes up the great adventure of Existence!... )

THE EXILE, a truly shocking poem! A poem that is a profound confrontation with loneliness, memory and the eternal need of man to find his true place.

 

Let's listen to it right now!

 

EXILE…

 

I am an exile in this place…

Exile and alone…

Tormented by my loneliness… which always leads my thoughts

to distant and unknown places

and fills my dreams with images

of a distant and forgotten homeland…

 

Exile from relatives and friends…

and if I encountered one of them, I would say to myself:

“But, who is this and where have I met him?

What bond unites me with him and why

does he draw me to sit beside him?”

 

I am also an exile from myself…

And if I hear my own language speaking,

my ear finds my voice strange.

 

Sometimes I look within myself

and observe my secret self.

A hidden self that laughs and cries, that dares and fears…

Then my existence wonders at my existence

and my spirit examines my spirit.

Yet I remain exiled…

Unknown… lost in the fog‧

clothed in loneliness...

 

Exiled to a distant and forgotten homeland

where no one knows the place where I was born

and no one has heard my name.

 

Strange thoughts trap me‧

joyful and terrible‧

desires, joys and pains…

and as night falls,

shadows of past times fall upon me

and souls approach me and gaze at me.

I gaze at them too and ask them about things of the past

and they answer me with kindness and smiles.

 

I am an exile

and no one understands the language of my soul.

 

My visions are strange

unlike the visions of any other person‧

because I see souls raising their wings to the sky

and others, mourning, descending to Hades‧

who look at me with a gaze full of love!

 

Exiled from my place,

from a forgotten and painful homeland…

I gather what life has scattered.

I am an exile and an exile I will remain

-far from my place,

until death takes me where I belong.

 

This Poetry Collection by Maria Kolovo Roumelioti does not lead to despair! On the contrary, it leads us to a strange reconciliation with the cycle of life. It reminds us that time wears away!...but, at the same time, it teaches ‧ losses hurt, but leave us with wisdom!

The power of the poet's writing? In its honesty and simplicity!

Her speech? Human, pure and lived!

And so the book becomes a mirror. Every reader sees something of their own. A memory... a love... a moment... their own life.

The old Persephone, sitting on the threshold of her father's house, ultimately symbolizes man, - every man who at some point stops... looks back and tries to understand what was worth more: The people we loved? The memories? Life itself? Or finally the place we are destined to reach?….

Through the pages of this book we understand that life, with its joys, losses, and quests, is above all a journey of self-knowledge.

Thank you for having the patience to listen to me!

Thank you, Maria Kolovou Roumelioti, for the honor of presenting this amazing collection.

And we will close with one of the amazing excerpts from this book, where the old woman Persephone, in a tragic moment, is set to music by Pierrotο - Tasos Zachariadis.

 

Enjoy listening!

 

In my ears I hear sounds…

 

Dignity petrifies in old age.

You become a sad sight.

Youth sees you and trembles.

 

I have only nails left to remind me of my brilliance.

I will glorify these nails!

 

As the butcher slaughters a deer,

he hangs its skin in the sun to raisin,

to wither along with plenty of salt.

Suffering has salted me

and my skin has raisined, stuck to my body.

And to the dogs, to throw my flesh,

they will break a tooth to chew it.

And what came to my mind now,

thinking about my wrinkled skin, is this:

The best skins in the market are sold,

and souvenirs are bought at great prices.

If I eliminate the deep scratches on my face,

with a temporary and soul-destroying facelift,

I fear that my soul will be cut into a thousand pieces.

Because these scratches,

characterize my life.

 

The white sheet of my innocence

has been yellowed by mold over time.

The chimney of the fireplace that warmed my youth

has been clogged with smoke over time

and the mirror that reflected my youth,

has been stained with ashy spots.

Not even the junk dealer in his cart picks it up…

He stands spidery, waiting to see

my cracked idol.

 

Ah, this loneliness!

Locked in my own mold

- the leather trunk covered with hide -

which as the years pass wrinkle,

shrivels like a hat-bearing fig hanging from a branch.

Fingers tremble to touch

what they once caressed with endless satisfaction.

Flesh dissolves over the years‧

It decomposes, leaving behind the smell of time:

A smell of mold and sweet and sour wine

that spreads openly and fills the entire universe.

 

A pound hung from the chest rings out of place.

Rusty, it trembles like the sunken cheeks of an old woman‧

like the jaw that trembles with fear.

 

Ah, this loneliness!

In empty rooms it cannot be fought.

 

The shadows walk on the walls, on the floors,

like the shadows that form and quickly become invisible,

as the cloud hides the sun for a while.

I turn my back so as not to face them

and in front of me I see my dreams petrified.

I try to stand haughtily

struggling to impose something new on my old perceptions:

To become pleasing to myself, to endure my monotonous loneliness.

No matter how foolish I seem, I tell you:

I raise my hands and embrace the chandeliers

that hang from the sky

in case my darknesses are illuminated.

 

This is human and at the same time cruel and inhuman: A single soul fighting loneliness...

 

Thessaloniki,

 March 14, 2026 Tasos Zachariadis

GREECE