ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΔΡΥΟΚΟΛΑΠΤΕΣ της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη
Ακούμπησε λιγάκι το κορμί του στο γέρικο κορμό της βαλανιδιάς. Ήταν σκληρός απ’ τα σημάδια των τσεκουριών που χρόνια την χτυπούσαν εκτονώνοντας πάνω της κάθε αρρωστημένη μανία. Ήταν γεμάτος ουλές, απ’ τα τσακίσματα που άφησαν οι μανιασμένοι αέρηδες επάνω στα κλαδιά της. Κάθε πληγή είχε την ιστορία της. Είχε κάτι να συμβουλέψει, κάτι να αποτρέψει, μα, περισσότερο, κάτι να προσφέρει ως αντίδωρο σε όσους θα λαχταρούσαν μελλοντικά τη γιατριά. Διαβάτες, κάθε λογής καρύδι, αιώνες τώρα, περιδιάβαιναν κάτω απ’ τον ίσκιο της κι εκείνη έτρεφε υπομονετικά το μαράζι της.
Ήταν κι αυτός περαστικός! Μόνο που αυτός δεν θέλησε να καρφώσει επάνω της τής βίας το δρεπάνι… Το βάσανό του το εκτόνωνε ρίχνοντας ένα σποράκι αγάπης να ριζώσει στη γη, να βλαστήσει, να γίνει δέντρο γεμάτο καρπούς για τους επόμενους διαβάτες.
Άπλωσε τα χέρια. Τ’ άνοιξε σ’ αγκαλιά και χάιδεψε λιγάκι τις πληγές της. Ένοιωθε σαν να μαλάκωναν λιγάκι οι ρυτίδες των δικών του καημών. Έστησε αυτί να αφουγκραστεί και καθώς ένα απαλό αέρι σάλεψε τα νεογέννητα φυλλώματα, άκουσε απ’ τα σπλάχνα του γέρικου κορμού σαν κάτι να σαλεύει… σαν κάτι να ροκάνιζε τις πληγές που αφήσανε οι τσεκουριές πάνω της κουρδίζοντας την καρδιά της κι ένας ήχος αγγελικός άρχισε να βγαίνει από τα σπλάχνα της.
Ήταν η μέριμνα του δρυοκολάπτη κι όχι των ξυλοκόπων η μανία που της ομόρφυναν τη ζωή!
Ήταν η αγάπη του μουσικού για τα τραγούδια που του τραγούδησε.
Ήταν η αγάπη του τεχνίτη που την μεταμόρφωσε σε άρπα θεϊκή!
Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2022
