Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

«Σαν περιστέρι ανάμεσα σε Συμπληγάδες...» της Μαρίας Κολοβού- Ρουμελιώτη

Όταν ο άνθρωπος  παγιδεύεται μέσα  στο χρήμα, μοιάζει σαν περιστέρι ανάμεσα σε Συμπληγάδες που δύσκολα μπορεί να ξεφύγει!...
Μακάρι να ‘χα τη δύναμη να όριζα μέσα μου αυτό που ακριβώς ορίζει τη Δύναμη και την Αδυναμία του Ανθρώπου!
Αν το χρήμα είχε τη δύναμη να ορίζει τον άνθρωπο «Πλούσιο-Δυνατό», δεν θα υπήρχαν Αδύναμοι και Φτωχοί. Γιατί, το χρήμα Πλαστό – Εικονικό δημιούργημα του ανθρώπου είναι, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να το αναπαράγουμε ή να το παραβλέπουμε… ορίζοντας τον εαυτό μας: «Υπέρ άνω χρημάτων!...».
Το χρήμα το μόνο που κάνει, είναι, να ξεχωρίζει τους δημιουργούς του σε Πλουσίους και Φτωχούς…Πεινασμένους και Χορτάτους…Πολιτισμένους κι Απολίτιστους… Έχει  τη δύναμη να φτιάχνει και να χαλά˙ αλλά από μόνο του δεν μπορεί να χτίσει κόσμους στερεωμένους σε σωστές κι ακλόνητες βάσεις!...Μέσο ανταλλαγής, χωρίς ουσιαστική αξία. Πηγή Ψεύτικης Ευτυχίας. Πηγή Ψεύτικης Λάμψης. Αιτία μυρίων κακών.
Σαν ρευστό χρυσοκόκκινο φύλλο κάτω απ’ του δέντρου το κορμί, όταν υπάρχει νηνεμία, μοιάζει. Οι ρίζες του νιώθουν ζεστασιά…Μα σαν φυσήξει ο Βοριάς, ξεγυμνωμένο μένει το δέντρο μέσα στην παγωνιά, δίχως πάπλωμα προστασίας…Μα, αν ξεραθούν οι ρίζες του δέντρου, νεκρωμένο θα καταρρεύσει στη γη σάπιο κουφάρι…Γερό ρίζωμα και τροφή από τη μάνα γη θα φέρει η Άνοιξη και θα μπουμπουκιάσει  ξανά το Δέντρο –Προστάτης.
Φτωχέ,  Πλούσιε της ψυχής μας φίλε!
Μάθε πως κινδυνεύεις μονάχα από  ένα κακό: Την Ανέχεια!
Πλούσιε! Κρυφέ και φανερέ μας Δυνάστη!
Μάθε πως κινδυνεύεις από μύρια κακά.! Ο Πακτωλός ποταμός δεν μπορεί να ξεπλύνει το βαρετά φορτία των Κροίσων.
Άφρων! Αχόρταγε…Κοιμάσαι καθημερινώς πάνω στους κενούς θησαυρούς σου  σκεπτόμενος πως θ’ αυγατίσεις το βιός σου χτίζοντας τη σαρκοφάγο της ιδίας σου ψυχής. Μάθε, πως τα λεφτά αλλάζουν χέρια κι ‘ ναι πάντοτε ζεστά…Διψασμένο πουλί σε χρυσό  κλουβί, είσαι! Με τον δίσκο στεγνό από δροσερά αισθήματα. Αν μπορούσες να κατανοήσεις  πως αυτό που σου δίνει «Δύναμη», είναι και η αιτία της Δυστυχίας και της Αδυναμίας σου, θα ήταν διαφορετική η στάση σου απέναντι στο φτωχό Λάζαρο, που μαζεύει  τα ψίχουλα απ’ τα πλούσια αποφάγια σου. Είσαι τόσο απασχολημένος με τις έγνοιες που σου προκαλούν τα υπάρχοντά σου…που δεν σου αφήνουν χρόνο να φιλοσοφήσεις τις Αξίες της Ζωής!
Κόσμε! Μη ξεχνάς τη ρήση «Υγεία μου- Πλούτε μου!». Μη την αντιστρέφεις, σε «Πλούτε μου - Γεια μου…». Στο επιθανάτιο κρεβάτι σου διπλός θα είναι ο πόνος της ανάνηψης…Θα σε γδάρουν τα σκυλιά ζωντανό!...Θα ξεψυχάς και θα σε ξαναφέρνουν πίσω…πληρώνοντας αμέτρητες φορές τον βαρκάρη του Αχέροντα. Μη προσπαθείς αδιαλείπτως να κρατήσεις τον Κολοσσό που έχεις χτισμένο μένοντας μακριά από τον αληθινό δρόμο των Αξιών.
Κι εσύ φτωχέ μου άνθρωπε, μη θλίβεσαι για την κατάστασή σου! Το μυαλό σου γεννά ιδέες επιβίωσης, κατανοώντας τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Δίχως εσένα και τη θλίψη, η ψυχή σου μαυρισμένη σελίδα θα ήταν, στολισμένη με τα σημάδια του εγωισμού και της απληστίας, μόνο.
Μα ‘σύ πλούσιε, αποκαλύπτεις τη μικρότητά σου και την ανυπαρξία ευγενών συναισθημάτων. Έχεις Θεό σου το χρήμα που  σου αφαιρεί τα εξευγενισμένα αισθήματα. Αιώνιος κυνηγός της ικανοποίησης και της ηδονής είσαι, που έχεις ξεμείνει συνεχώς να αναλώνεσαι δίχως να γεύεσαι πραγματική ευτυχία.
«Τα λεφτά αλλάζουν χέρια  κι ‘ναι πάντοτε ζεστά…». Τι σου θυμίζει αυτή η ωδή; Μήπως: οτιδήποτε κι αν έχουμε, ανά πάσα στιγμή μπορεί ν’ αλλάξει χέρια κι από πλούσιοι  μπορεί να γίνουμε φτωχοί, κι από φτωχοί, πλούσιοι;
Πλούτε! Πλούτε! Είσαι εδώ;
Βάζω τα παπούτσια μου και σ’ αναζητώ!...
Μα ο πραγματικός Πλούτος υπάρχει αλλού! Όπως αλλού υπάρχει και η πραγματική Φτώχια. Κι ας βγαίνω εκτός συζήτησης …Ένα μονάχα θα σας πω: Έχω γνωρίσει «Πλούσιους» πάρα πολύ «Φτωχούς», και «φτωχούς», πάρα πολύ «πλούσιους»˙ που γνωρίζουν και γεύονται τα αγαθά του Θεού και της Πραγματικής ζωής κι είναι αυτάρκεις με όσα τους έχει ο Μεγαλοδύναμος δωρισμένο.

Δεν χρειαζόμαστε πολλά!... «Παν μέτρον άριστον» στον πλούτο και στην ευτυχία, για να μπορούμε να βαδίζουμε μπροστά με πυξίδες ακριβείας και όχι με χαλασμένους λεπτοδείχτες…                                                                 

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012 

Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη                         



«Ποιητική εξομολόγηση» της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη











Μέσα στις στράτες του ουρανού 
θυσίασα το χρόνο μου
και στο βυθό τυράννου νου
λευτέρωσα τον πόνο μου.
Μέσα στου κόσμου τη βουή
εκέντησα τις θλίψεις μου
δαντελωτές με όνειρα
στης  μνήμης τις εκρήξεις μου.
Κάτω απ’ τη στέγη του Θεού
εντάφιασα τα πάθη μου
και στις στροφές άπυρου νου
θανάτωσα τα λάθη μου.
Στους ασαφείς συννεφιασμούς
λογάριαζα ανταλλάγματα
και δόλιο κόσμο αντίκρισα
στου βίου τα περάσματα.
Θυσίασα τα νιάτα μου
σε δάκρια και θυμιάματα
μπλεγμένη σε οράματα
και σε αγγέλων τάματα.
Έδωσα ανάσα και πνοή
σε κόλαση και σε ζωή
χωρίς ποτέ μου να γευτώ
το γέλιο που είχα  στερηθεί.
Αγρίεψα  στις ταραχές
μέσα στις θύελλες  τις σφοδρές
το δίκαιο έψαξα να βρω
μέσα σε  άγριο χαλασμό!..
Έψαλα ύμνους, είπα  ευχές
μέσα σε κήπους  κι εκκλησιές
Πνιγμένη μες στα κλάματα
και σε αγίων τάματα...
Τώρα πιασμένη απ' τα σκαριά-
της θύμησης τα σύννεφα,
προσμένω Φως στις νύχτες μου
μες της ψυχής τις κρύπτες μου
Ζωσμένη από φαντάσματα
και  προσμονής πειράματα,
του αγγέλου μου ψάχνω μια φωνή 
που χρόνια έχει ν’ ακουστεί!..


Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη

(Οι στίχοι ανήκουν στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή «ΑΔΥΤΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ» και γράφτηκαν την Κυριακή, 29 Απριλίου 2012).

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

«Ακέφαλη σωματή» από τη Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη (αφιέρωμα στη Νίκη της Σαμοθράκης)

 Η Φτερωτή Νίκη της Σαμοθράκης

Σου χάρισαν ένα ζευγάρι φτερά για να πετάς ελεύθερη.
Ανάλαφρη κι αέρινη! Να κρίνεις τους μεγάλους αγώνες!…
Να στεφανώνεις με δάφνινα στεφάνια  τους νικητές.
Χαρούμενη να σαλπίζεις  εμβατήρια θριάμβου!
Ελαφροπατώντας κατέβηκες από τους ουρανούς
κουβαλώντας μαζί σου την Ενότητα του  Κράτους
και της Ελευθερίας το Ζήλο.
Την Βία την άφησες πίσω…
Στερνοπαίδι της Στυγός και του Πάλλαντα!
Τον μεγάλο πλαστουργό τον κράτησες άφαντο,
μυστικό επτασφράγιστο στης ιστορίας τις χρυσές σελίδες….
Αφότου δόξασες τους Αθανάτους ήρωες στα  πεδία των μαχών
και στης ζωής τον στίβο,
φυγαδεύτηκες….
Ακέφαλη σωματή˙
για να μην δουν τη θλίψη του προσώπου σου οι ηττημένοι…
Κουρασμένη από αιώνιες αιματοχυσίες…
Απ’ αδιάλλακτη αδιαφορία…
Τα χέρια σου έμειναν ορφανά˙ δίχως ελιάς κλωνάρια και σάλπιγγες.
Με σπασμένες φτερούγες…
αποκομμένη από την πλώρη του στοχασμού,
ταξίδεψες, μακριά απ’ την γενέτειρά σου˙
ζητωκραυγάζοντας οι ιστοριοκάπηλοι  πως: Η Νίκη δεν πρέπει να στέκει σε ένα τόπο…
Μα Εσύ,
σύμμαχος του Μεγάλου και Δικαίου Θεού,
ηνίοχος της Δόξας…
ακολουθείς  την  βούληση της Συνείδησης…
Ακέφαλη σωματή …!
Αδυνατείς να  αντικρίζεις τα βλέμματα  θαυμασμού στην μεγάλη,
φωταυγής σάλα του Λούβρου….
Τα χέρια σου σπασμένα…δεν απευθύνουν κανέναν χαιρετισμό…
Βουβό το κλάμα σου…προσμένει
να ακουστεί στα παλάτια του Μεγάλου Θεού…
Να σ’ ανεβάσει στους ουρανούς …κι από ’κει,
να κατέβεις ξανά λαμπροφορούσα στον τόπο όπου γεννήθηκες!
Να εξαλείψεις τους σωσίες και τα ομοιώματα…
Να σταθείς με ανοιχτές φτερούγες στη Σαμοθράκη˙
αγέρωχη, τυλιγμένη  της Δόξας τον χιτώνα!
Να ακούσεις, ακέραιη αυτή τη φορά,
τα  επιφωνήματα του επαναπατρισμού σου!!!

21 Ιουλίου 2012 
 
Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη

(Οι στίχοι απέσπασαν το Α΄Βραβείο στο Διαγωνισμό  ποίησης της Εταιρίας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού του δήμου Κερατσινίου, το έτος 2013).

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Κριτική αποτίμηση απ’ την κυρία Θεοδώρα Μαρούδα-Ανεστοπούλου για το βιβλίο της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη: «Τα Ρόδα του Χρόνου». (Δημοσιεύτηκε στη σελ. 36 της εφημερίδας: «Η ΓΝΩΜΗ» Δευτέρα 22 Απριλίου 2013).

Επιτέλους ήρθε στα χέρια μου τούτο το ποιητικό έργο με τίτλο: «Τα ρόδα του χρόνου» από τις εκδόσεις «Ωρίωνας» Θεσσαλονίκη 2013. Έργο εξαίρετο από κάθε άποψη της εκλεκτής ταλαντούχου ζωγράφου – ποιήτριας Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη.
Πριν περάσω στην ανάλυση του έργου με εντυπωσίασε το περίτεχνο εξώφυλλο γλυπτικής τέχνης, όπου κοιτάζοντάς το σου έρχονται νου όχι μόνο τα ρόδα αλλά και αγκάθια του χρόνου.
Φιλοσοφημένο, αληθινό και αξιόλογο σε εκπλήσσει θεματολογικά, το γεμάτο εικόνες ζωής περιεχόμενο…
Βασικά τούτο το έργο του ποιητικού λόγου της Μ.Κ.Ρ. χωρίζεται σε δύο μέρη απ’ όπου αναδύεται το πολυσύνθετο ταλέντο της προσωπικότητάς της.
Το πρώτο μέρος θα έλεγα ένα πεζοτράγουδο στο «Φως των αστεριών» όπου η ποιήτρια Μ.Κ.Ρ. αφήνει τη σκέψη της σε θέματα αγωνίας για την ανθρώπινη ύπαρξη δεμένα άρρηκτα μέσα στον απόηχο των αναμνήσεων μέσα και πέρα από τον καταλύτη χρόνο.
Ενώ πιο κάτω δίνει τίτλους αφήνοντας στο χαρτί τα πιστεύω της, τα όνειρά της, τις προσδοκίες, χαρές και λύπες που κατακλύζουν αμετάκλητα και ανήμπορα τη βίωση του κόσμου σε ανθρωποκεντρική διάσταση.
Την ενοχλεί το ψεύτικο συνταίριασμα και χαίρεται τις διαδρομές της ψυχικής ανάτασης. Παραθέτω μικρό απόσπασμα:

Κι εγώ η μικρή,
πλάσμα θνητό στο απέραντο του απείρου,
τόξου χορδή το σώμα μου προσπάθησα να κάνω
λυγίζοντας όσο πιο πολύ, ώθηση για να πάρω
σαν βέλος να εκσφενδονιστώ στου απείρου το σαλόνι
να μπω σε αγγελικούς χορούς, στου φεγγαριού το αλώνι.

Στο δε σύνθετο ποίημα: «Κύκλοι ζωής» πάντα κατ’ επιλογή παραθέτω:

Καλημερίζουν τα παιδιά την ζωή
και η ζωή αποκρίνεται:
ΚΑΛΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ.
Χαιρετούν οι νέοι κι οι νέες
κι ο Ήλιος εύχεται:
ΚΑΛΟ ΓΕΡΜΑ.    
Μα οι γέροι με το ταίρι τους εύχονται:
ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ!
 
Το γλωσσικό ύφος, οι εικόνες η φιλοσοφική διάθεση ένα ξέσπασμα από καρδιάς μέγιστης σημασίας για τον άνθρωπο.
Ο στίχος της ποιήτριας μεστός απ’ άνθισμα του νου της  σε πλημμυρίζει από αισθήματα απλώνοντας στο χαρτί τις έννοιες, απόψεις και πράξεις του χθες, του σήμερα και του αύριο με ανεξίτηλα στον καμβά του πανδαμάτορα χρόνου.
 Μια μικρή γεύση ακόμα από τούτο το θαυμάσιο βιβλίο:

Μου είχες πει θυμάμαι καθώς κρατούσα ρόδι στα χέρια:
Περσεφόνη, σκόρπα ροδόσπορο στην γη
να θυμηθεί να ανθίσει
ροδιές να ριζώσουν στα περιβόλι της ζωής…
 
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στους γονείς της και στους μοναχικούς ανθρώπους στο δύσβατο δρόμο της αυτογνωσίας και αυτό τα λέει όλα.
Η ζωγράφος – ποιήτρια και συγγραφέας έχει πάρει βραβεία  και επαίνους τόσο στον καλλιτεχνικό χώρο όσο και στην λογοτεχνία ( ποίηση, πεζό λόγο). Είναι τακτικό μέλος της Δ.Ε.Ε.Λ. και του Συλλόγου Νέων Καλλιτεχνών Πάτρας. Δυστυχώς ο χώρος δεν με παίρνει για ανάλυση των διακρίσεών της.
Η Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη είναι άριστη μητέρα και σύζυγος, έχει πολύ ανέκδοτη εργασία. Τελειώνω με θερμά συγχαρητήρια και καλή συνέχει στις καλλιτεχνικές όσο και λογοτεχνικές της επιδόσεις.


Θεοδώρα Μαρούδα-Ανεστοπούλου 

«ΑΝΘΡΩΠΟΣ...» της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη


Για δες τον άνθρωπο και όλα όσα χτίζει…
Καμαρώστε τον!
Πλάσμα θρεμμένο, καμωμένο τροφή
της πεινασμένης γης…
Σκουλήκι μαυροκέφαλο που σέρνεται στη λάσπη,
ξύνεται στα πόδια του Αθάνατου Θανάτου!
Λουλούδι που ανθίζει τη νύχτα χωρίς
να το λούζει του ήλιου το φως˙
στο λυκόφως γέρνει βασανιστικά το κεφάλι…
Καρπός λίγης χαράς και ατέλειωτου πόνου˙
εικόνα που 'φτιαξαν οι  θεοί!

 Πού είναι άνθρωπε η αθωότητα των παιδικών σου χρόνων,
της νιότης το γλυκό σου γέλιο;
Τα φύσηξε της ωριμότητας το αγέρι ή μήπως,
των γερατειών οι έννοιες;
Που είναι η λάμψη του προσώπου σου;
Μήπως την σκέπασε ο φόβος του θανάτου;
Άνθρωπε, σε σένα μιλώ! Άνθρωπε ‘συ,
τροφή Γης κι Ουρανού:
μάταια όσα έκανες και κούφια!

Νέος και δυνατός, θαρρείς
πως τον θεό θα φτάσεις.
Η δύναμή σου στύβει την πέτρα και η φωνή σου βροντερή
αναταράσσει θάλασσες, γκρεμίζει κάστρα.
Μάθε πως τίποτα δεν σου ανήκει!
Κι απ’ όσα θέλησες…άλλοι πρωτύτερα
τα είχαν θελημένα.
Η ζωή σου ένας συνεχές αγώνας.
Γεννημένος είσαι στα δεσμά και στα δεσμά είναι
η τιμή και η πληρωμή σου.
Αν είχες τη δύναμη…μακριά θα ταξίδευες
απ’ τη γήινή  σου θνητότητα˙
με τα χέρια σου θα ‘στηνες θρόνο στους ουρανούς!

Ω άνθρωπε! Φτάνεις στο τέρμα
με σκυθρωπό το πρόσωπό σου,
με σκιές περασμένων εικόνων  στα μάτια σου,
με τρομερή στα χείλη σου σιωπή…

Ω ψυχή μου! Αγκυροβολημένο καράβι
σε αφιλόξενο λιμάνι φορτωμένη
με της ζωής τ’ ασήκωτο  φορτίο!…
Πότε θα φυσήξει αγέρι καλοτάξιδο,
να ανοίξω τα πανιά να αρμενίσω;…
Να πιάσω το τιμόνι! καπετάνιος ο ίδιος στο καράβι μου
σε μέρη ανίδωτα να ταξιδέψω!!!

 Υ.Γ: Οι στίχοι είναι γραμμένοι σε πρώιμη - εφηβική ηλικία κι ανήκουν στην ανέκδοτη μυθιστορηματική βιογραφία: OI ΑΛΦΕΣ - ( Τα χειρόγραφα της μάνας).

«Η τέχνη της ποίησης κι ο ποιητής» της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη


Ο ποιητής δεν ξεχνά ποτέ ούτε αυτά που τον χαροποιούν, ούτε αυτά που τον θλίβουν. Οι άνθρωποι, τα δέντρα, τα πουλιά, κάθε τι μικρό και μεγάλο στον κόσμο που τον περιβάλει είναι δεμένο με την ευφάνταστη φύση του.
Δεν θα ξεχάσει ποτέ το μικρό παιδί που μαζεύει ανεμώνες στην άκρη του δρόμου, ούτε τον νεαρό άντρα που πήρε το δρεπάνι να θερίσει τον καρπό τού κόπου του, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο του μεσημεριού. Θα μακαρίσει τη γυναίκα που μαζεύει κρίνα στο περιβόλι της εγκαρτερήσεις για να στολίσει τον  σεμνό επιτάφιο στο φτωχικό εξωκλήσι Ανάστασης του Κυρίου. Ακόμη και τον γέροντα που αγκομαχώντας ανεβαίνει την ανηφόρα σκουπίζοντας τον ιδρώτα του μετώπου του με την ανάστροφη της παλάμης του κι  απλώνει το χέρι να κρατηθεί, θα τον εκτιμήσει σαν πολύτιμο πετράδι στο θησαυροφυλάκιο του μυαλού και θα  χαρίσει δυο λόγια ευλαβικά ως ενίσχυση της ανάβασή του.
Ο ποιητής δεν μιλά με τα χείλη. Μιλά μόνο με την καρδιά την οποία λούζει καθημερινά με την δροσιά της κοφτερής σκέψης του. Πάντα κρυστάλλινος και διαυγής μπροστά στα οράματα πρέπει να στέκει ο ποιητής, δίχως κομπασμούς να ακολουθεί τη φωνή της Μούσας που τον καλεί. Επίσημη  λιβρέα δεν πρέπει  να φορεί. Μέσα στην απόλυτη σεμνότητα πρέπει  να τον ανταμώνει το φως του Απόλλωνα και να τον στεφανώνει ο ζήλος και η αγάπη για την τέχνη όπου υπηρετεί.
Όταν χαροπαλεύει η λογική, αυτός πρέπει να ρίχνει γροθιά στο μαχαίρι, να ματώνει και να δίνει πρώτος το παράδειγμα, ποιώντας έργο ήθους χρηστού κι ωφέλιμου για την ανθρωπότητα.  Τυλιγμένος με το φθαρμένο  σεντόνι της μοναξιάς να κλαίει μόνος κάτω από το φεγγαρόφωτο παρακαλώντας τους αστερισμούς να ρίξουν λίγο φως στην παρεξηγημένη από τον κόσμο, ύπαρξη του. Να ξεπλένει τις πληγές που αιμορραγούν  με σινική μελάνι  εναποθέτοντας τα αποτυπώματα τους πάνω σε ολόλευκο χαρτί δημιουργώντας αγγελικούς χορούς
Πρέπει να απέχει από κάθε είδους τιμητική εκδήλωση.  Το πρόσωπό του ταπεινά πρέπει να κατεβάζει και να ευγνωμονεί τον Φύλακά του για το τάλαντο που του χάρισε. Κι αυτό το τάλαντο δεν πρέπει να το κρατήσει δικό του! Δανικό είναι… Θα το κρατήσει  για  λίγο στα χέρια του, κι έπειτα θα το επιστρέψει στη βάση του για να δοθεί σε νέο παραλήπτη.
Φανφάρες, λόγια πλουμιστά που κάνουν τον άνθρωπο να φουσκώνει σαν παγόνι δεν χρειάζονται. Όλα αυτά που γίνονται συνήθως στους λεγόμενους «πνευματικούς κύκλους», είναι γεγονότα θλιβερά.  Ελλόγιμες πρέπει να είναι όλες οι πράξεις του και να κρατούν σε επαγρύπνηση τη σκέψη απομακρυσμένη  από δυνατά φώτα και ανούσια χειροκροτήματα.
Σαν μικρός κισσός ανυπεράσπιστος που αναρριχάται και προσπαθεί να πιάσει το χέρι του Θεού για να σωθεί, έτσι πρέπει να νιώθει ο ποιητής! Να προσπαθεί να αγγίξει την τελειότητα με την βοήθεια της Θείας επενέργειας, σεμνός κι αφοσιωμένος στην προσφορά και όχι προσκολλημένος στην προσμονή της ανταμοιβής.
Τη σταύρωση και την ανάσταση της προσωπικής του εικόνας την αισθάνεται καθημερινά με ένα τρόπο που μόνο ένας αληθινός ποιητής μπορεί να αισθανθεί. Ποτέ του δεν έχει για αυτάδελφο το Νήνεμο Ύπνο. Οι Μούσες δεν τον αφήνουν να κλείσει τα βλαβερά κάτω από το σεντόνι της περίσκεψης. Σαν νυχτερινό φάντασμα περιπλανάται εντεύθεν κι εκείθεν στα άδεια δωμάτια μαχόμενος με λέξεις και ιδέες προσπαθώντας  να τις βάλει σε τάξη. Οι τυμπανοκρουσίες και τα χειροκροτήματα κωμικοτραγικοί απόηχοι γίνονται στα αυτιά του σαν κλείσει η αυλαία της δεξίωσης. Οι κορνιζαρισμένοι έπαινοι και τα διπλώματα τον φορτώνουν βαρύ σταυρό στο ανέβασμα του Γολγοθά. Οι εύγλωττες επιστολές των κριτών γίνονται εκκωφαντικά περιγελάσματα: «Τον ανεβάσαμε στην κορφή…τώρα αν είναι ικανός ας προχωρήσει παραπάνω, η αλλιώς ας κόψει το κεφάλι του για χάρη της ποίησης!...»    
Συλλέχτης αρωμάτων από προαιώνιες εποχές, γεμίζει τις στάμνες της γνώσης με ανείπωτη ευαισθησία. Γι αυτό λένε πως οι ποιητές κατέχονται  από την « Ιερή Μανία», οποία δίνεται ως δώρο από τους θεούς στους ανθρώπους για να τους κάνει ευτυχισμένους. Μόνο που ο ποιητής δεν ικανοποιείτε ποτέ, γι αυτό στο βλέμμα του πάντοτε υπάρχει μια ένδειξη μελαγχολίας.  Προσπαθεί να εισχωρήσει στις ρίζες των εννοιών, να δεχτεί στο μέγιστο βαθμό την προφητικής τους χροιά ελπίζοντας στην κάθαρση.
Λένε πως οι ποιητές κατέχονται από τη Μούσα  κι από Θεία μανία και γίνονται  «ένθεοι» (πράγμα παράδοξο την σημερινή εποχή). Μάλλον, μέσα από αυτές τις ερμηνείες και τις ορολογίες γίνεται μια προσπάθεια να εξηγηθεί η δύναμη της καλλιτεχνικής τους δημιουργίας η οποία όπως φαίνεται δεν είναι μόνο ανθρώπινη θέληση, δεν στηρίζεται πάνω σε συγκεκριμένους κανόνες που θα φέρουν ένα  αποτέλεσμα αρεστό, αγαπητό κι ωφέλιμο στην κοινωνία. Η ποιητική δημιουργία είναι ένα δώρο της φύσης, ξεχωριστό, που δίνεται σε ανθρώπους που μπορούν να το υπηρετήσουν.
Κάθε καλλιτεχνική δημιουργία βασισμένη σε κανόνες δεν έχει πνοή μέσα της, δεν είναι ένθεη και δεν δονεί την ψυχή.
Ο γνήσιος ποιητής καταθέτει την ψυχή του, αφού κάνει καθημερινά ταξίδια αναγνώρισης της άγνωστης πλευράς του εαυτού. Η τέχνη του δίνει καθημερινά μαθήματα αυτογνωσίας.  Απέναντι του  στέκει  αυστηρά ο καθρέπτης της αυτοκριτικής.
Εναποθέτοντας στους στίχους κομμάτια του πραγματικού εαυτού νιώθει να αγγίζει τις ψυχές όλου του κόσμου.
Μεγάλοι ποιητές έχουν πει σοφά λόγια για την τέχνη τους.
«Η  Ποίηση είναι βαθιά πληγή από φρικτό μαχαίρι», είπε κάποτε ο Καβάφης και εγώ λέγω πως είναι μια αιώνια γκαστριά με όλα τα συμπτώματα  της εγκυμοσύνης που περιμένεις εναγωνίως να δεις τι τέκνο θα γεννήσεις, χωρίς ποτέ να το πιάσεις στα χέρια σου. Κι αυτό το λέγω,   γιατί, πρέπει να αναγνωρίζουν όλοι πως είναι μαρτυρικό να γράφεις ποίηση ακόμη και όταν μέσα σου έχεις την σπίθα της Μούσας που σε φωτίζει και σε καθοδηγεί.
Ο ποιητής έχει την δύναμη να μετουσιώσει τον πόνο και ό,τι άλλο περιλαμβάνει η ανθρώπινη ύπαρξη, σε ομορφιά . Η  μόνη του προσπάθεια είναι να ποιεί όμορφα πράγματα, να υμνεί το μεγαλείο της φύσης, να σφυρηλατεί και να φέρνει  σε αρμονία αντιθέσεις. Εκφράζει το ωραίο διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένες μεταξύ τους.
Η απαίτηση της ψυχής του να παραδοθεί εξολοκλήρου στην τέχνη της δημιουργίας γίνεται εντονότερη όταν πιστεύει ως έχει κάτι σημαντικό να δώσει. Σαν πληγωμένο περιστέρι από βόλι κυνηγού, πρέπει να ορθοπεταλίζει  τις φτερούγες του κατεχόμενος από τη Θεία Μανία ως να τελέψει, χωρίς ποτέ κανείς να αντιληφτεί το πόσο αιμορραγεί η ψυχή του, και το πόσο τον πονούν τα δάφνινα στεφάνια που είναι πλεγμένα σε βέργες ασφάλαχτου!...
Στο τέλος, όταν πια θα αναπαύεται στον κήπο με τα λευκά κρίνα και τα ίσια   κυπαρίσσια, όλοι θα νιώθουν πως υπάρχει δίπλα τους, νιός εργάτης, με τον κασμά να ανοίγει στα διάσελα καινούργιες διαδρομές. Κι όταν το πλήρωμα του χρόνου αποκαλύψει πως: Τα ποιήματά του έγιναν ψηλοί καταρράκτες  που έλουσαν και σφυρηλάτησαν  τις  ψυχές των ανθρώπων  ρέοντας στις απορρώγες χαράδρες της Ύπαρξης, τότε θα έχει κάνει το χρέος  του σωστά!!!                       

                                                            Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη, ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, εκδόσεις Ωρίωνας, σελ:(σελ:74 -75 -76 -77)

(Στίχοι  αφιερωμένοι στην μνήμη των γονιών μου Παύλο κι Αντιγόνη)  
                               
ΟΙ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ


Στο παραγώνι καθόσουν, ακουμπισμένος στο πεζουλάκι
κι αντίκρυ σου, η μάνα.
Ακουμπισμένη ήσουν κι εσύ στο πεζουλάκι
κι αντίκρυ σου, ο πατέρας.
Πίνοντας ώρες -ώρες τ’ αμίλητο νερό
κι άλλες φορές τη θάλασσα.

Έστριβες το τσιγάρο σου στο φύλλο του καλαμποκιού
κι εμείς σου γαργαλούσαμε τις πατούσες.
Κι έλεγες: «Το γέλιο με τρελαίνει!»

Χτένιζες τα μακριά σου μαλλιά,
τα έκανες πλεξούδες,
τα τύλιγες σαν φίδια στο κεφάλι σου.

Έγνεθες την ζωή στην ηλακάτη
φτιάχνοντας την προίκα της, κρουστή κλωστή,
κι έλεγες: «Η ζωή κουβαλάει αγκομαχώντας την προίκα της!»

Πλανεύαμε την ζωή με ψίχουλα
Και την φωτιά μας με νερό.
Ανάποδα τα βλέπαμε τα πράγματα στην παραζάλη της φλόγας.
Κι εσείς λέγατε:«Τα ψίχουλα είναι κόπος και το νερό ιδρώτας.
Μην τα σπαταλάτε! »
Κι εμείς γελούσαμε…
Γελούσατε κι εσείς με την άγνοιά μας.

Μπούκωνες το στόμα με ξερόψωμο,
μπούκωνε κι αυτή με απομεινάρια.
Το δικό μας, καψαλιστό το κάνατε
να νοστιμέψει.
Και λέγατε κι οι δυο με μια φωνή:
«Οι περιστέρες δίνουν πρώτα στα παιδιά τους».

Πώς να μην νοσταλγώ την γλύκα του ψωμιού σας;
Στο πεζουλάκι το φτωχό δίπλα στο παραγώνι,
εκεί μοιράζατε την πίτα της ζωής,
κι εκεί,
τα παραμύθια της.
Και λέγατε: «Παραμύθι είναι η ζωή κι ο άνθρωπος υφάντρα!»

Κι από τις χαραμάδες το παραθύρου,
οι ασημαχτίδες  του φεγγαριού
ξεγελούσαν την σκοτεινιά μας!
«Μην το φοβάστε το φεγγάρι» λέγατε,
«λούζει την σκέψη!»

Αγράπιδα μας ψήνατε
να δοκιμάσουμε της ζωής την στιφάδα
μυρίζοντας την οσμή της.
Γλυκόξινη οσμή και γεύση! 

Κι εγώ,
μικρό παιδί που βύζαινε το δάχτυλό του,
έβλεπα τον καπνό να ανεβαίνει
στην τρύπα της σκεπής.
Έτσουζαν τα μάτια μου,
κόκκινα γίνονταν
σαν θυμωμένου γύφτου.
Έσφιγγες τα δόντια εσύ,
έσφιγγε κι η μάνα το μαντίλι της.
Και λέγατε: «Τον  καπνό να αποφεύγεις,
θολώνει τα μάτια και δεν βλέπουν καθαρά!»
κι ανοίγατε την πόρτα να ξεθολώσει το τοπίο.

O ουρανός καθρέφτης,
γυάλιζε σαν το νερό της λίμνης στο φεγγαρόφωτο.
Ασημένιος καθρέφτης,
κρεμασμένος στον αέρα με δίχως καρφί
που τώρα καθρεφτίζονται οι ψυχές σας.

Μου είχες πει θυμάμαι καθώς κρατούσα ρόδι στα χέρια:
«Περσεφόνη, σκόρπα ροδόσπορο στην γη
να θυμηθεί να ανθίσει
ροδιές να ριζώσουν στα περιβόλι της ζωής,
μνημόσυνο να κάνεις με ροδόκαρπο και στάρι!»
Την φοβηθήκατε την λησμονιά κι οι δυο σας.
Όμως,
οι σπόροι ρίζωσαν
θυμίζοντας την προσταγή σας!
Τώρα κλαδεύω τα κλωνάρια της,
θεόρατα γινήκαν με τα χρόνια
και τα ρόδια της ακόμα πιο μεγάλα.

Παρηγοριά μου δίνουν σαν τα κοιτώ
και νοσταλγώ στο πεζουλάκι να σας δω ξανά,
τα αγράπιδα τα στυφά να γεύομαι
κι όχι της μνημοσύνης τον καρπό…

Στο παραγώνι καθόσουν,
ακουμπισμένος στο πεζουλάκι
κι αντίκρυ σου η μάνα.
Ακουμπισμένη καθόσουν στο πεζουλάκι
κι αντίκρυ σου ο πατέρας.
Χρονοάφθαρτη εικόνα ανάμνησης!
Αναπολώ τα χρόνια εκείνα
κι έγινα περιηγητής εικόνων μνήμης!
Μου ‘λεγες μαντέματα και προφητείες
κι η μάνα, αλήθειες και ψέματα
την διαφορά να ξεχωρίσω.
Και λέγατε κι οι δυο με μια φωνή:
«Ένα ψέμα, είναι μισή αλήθεια,
κι η αλήθεια, είναι η αλήθεια ολάκερα ακομμάτιαστη!»

Πώς να ‘μπαινα μες στο μυαλό σας;

Κι εγώ αθέλητα προσπαθούσα να σας ξεγελάσω,
επαναλαμβάνοντας μαντέματα και προφητείες,
αλήθειες και ψέματα…
Σαν μαγνητοφωνάκι!

Αναπολώ τα χρόνια εκείνα.
Τα βάζω ψηλά!
Είναι χρόνια άφθαρτα. Γεμάτα εικόνες.

Στίχους θα ήθελα να γράψω για εσάς.
Να τους τραγουδώ την νύχτα μες τη σιγαλιά,
να τους παίρνει τ’ αηδόνι και να τους κάνει μελωδία.
Κάποτε, θυμάμαι ότι μου είπατε:
«Οι νεκροί δεν έχουν αφτιά.
Τα έλιωσε το χώμα…»
και θλίβομαι...

Σκορπάω ροδόσπορους στο μνήμα
να φυτρώσει της μνημοσύνης το δεντρί
αλλά, ξανά θυμάμαι:
«Οι νεκροί δεν ανασταίνονται…»
Κι αυτό είναι ψέμα.
Ψέμα ολάκερο, ακομμάτιαστο!
Και το ‘χω μεταλλάξει σε αλήθεια
που θέλω να πιστεύω.
Την αλήθεια την ολάκερη την ακομμάτιστη!


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

«ΣΕΜΝΟΤΗΣ» Ιδιότυπη εικαστική δημιουργία της Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη.



Δημιουργώντας βήμα – βήμα πάνω στον καμβά, άρχισε  να εμφανίζεται εμπρός μου μια γλυκιά και καλοσυνάτη μορφή. Μα καθώς έπλαθα τα χείλη της και χτένιζα τα μαλλιά της, μια ψυχική ευδαιμονία με πλημμύρισε.
Τότε σηκώθηκα, έκανα δυο βήματα πίσω κι άρχισα να της απαγγέλω στίχους:

Σεμνό μου κάλλος
Όμορφα ριγμένο στο καλούπι της ψυχής
Τα χείλη σου ας ψάλλουν λόγια αγάπης
Κι οι οφθαλμοί ας αντικρύσουν αυτό που η καρδιά σου ποθεί.

Έπειτα, άφησα τα υλικά και το φως να αναπαυτούν μαζί της αφού πρώτα την βάπτισα: «ΣΕΜΝΟΤΗΣ».

Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη