Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

«ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ...» ένα λαογραφικό διήγημα της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη



   Μέρες πριν έρθουν οι Απόκριες, ο μακελάρης ακόνιζε το χατζάρι  και τραβούσε κατά το ποτάμι. Τα ζώα αφήνονταν στα χέρια του και θυσιάζονταν στο βωμό των Αποκριών.  Εκείνος έδιωχνε μακριά τα παιδιά να μην ακούνε το θρήνο καθώς σπάραζαν ξαπλωμένα τη στιγμή που  τους αφαιρούσε  τη ζωή. Μα αμέσως το σοκ απ’ τα ουρλιαχτά το υποδεχόταν η σιωπή και η ευχή για καλές Απόκριες. Έπειτα  ερχόταν  το πρώτο ποτηράκι κι ο μεζές στο πιρούνι,  πριν  ακόμη το σφαχτάρι  παγώσει και μπει στο τσιγκέλι. Ένα κομμάτι από τα σπλάχνα, συνήθως συκώτι, σπλήνα, νεφρό ή καρδιά, ριχνόταν στα κάρβουνα πριν ακόμη η ψυχή του ανέβει στον ουρανό.
  Ο νοικοκύρης έφερνε το σφαχτάρι στο σπίτι και το κρεμούσε ανάποδα  στο τσιγκέλι που ήταν περασμένο  στο πάτερο του σπιτιού.  Στρίμωχνε  κι ένα λεμόνι στο στόμα του και ξέμενε εκεί ωσότου η νοικοκυρά κάνει τις δικές της αλχημείες.
Ολόκληρο  χρόνο έτρεφαν εκείνο  το σφαχτάρι για τις μέρες των Αποκριών. Το καλοκαίρι το έδεναν κάτω από την αχλαδιά. Του έδιναν πλιγούρι με τυρόγαλο να τρώει, αχλάδια από τις αχλαδιές, σύκα, κολοκύθια και χόρτα από τον κήπο τους. Συγκρίνοντας τη ζωή του χοιρινού με τη δική τους ζωής, το ζωντανό περνούσε σαν βασιλιάς κι εκείνοι σαν υπηρέτες του! Όλη αυτή η περιποίηση που του πρόσφεραν την αντάλλασε στο τέλος με τη ζωή του!..
Περίμεναν  λοιπόν πως και πως να έρθουν οι Απόκριες, να αρτυθούνε λίγο κρέας και να γευτούν τα  εδέσματα που ετοίμαζαν οι γυναίκες από το χοιρινό. (Το παστό,  τις τσιγαρίδες,   τα αυγά ομελέτα με λιπαρά κοψίδια, τις ουματιές με το στάρι και τις σταφίδες).
Το Σάββατο των τελευταίων Αποκριών, καμία δεν το ‘κανε ρούπι απ’ το μαγειρειό. Άνοιγαν  φύλλα  κι ετοίμαζαν μυτζηθρόπιτα και γαλακτομπούρεκα.
Κι η μάνα του Τζανή, άνοιγε ένα – ένα τα φύλλα  στο σοφρά και τα περνούσε με βούτυρο μυρωδάτο. Γέμιζε λουκάνικα με κοψίδια, στάρι και σταφίδες, πορτοκάλι και κανελογαρύφαλλα. Ετοίμαζε  στη γάστρα το ψητό˙ το έψηνε κάτω στη γωνιά του τζακιού με χωνεμένα κάρβουνα και μοσχομύριζε όλος ο τόπος.
Με νοσταλγία θυμόταν  εκείνες τις Αποκριές.
Ήταν  γεμάτες ατόφιες γεύσεις, λουσμένες με ήχους κι αρώματα μιας άλλης εποχής και φοβόταν καθώς είχε πια γεράσει…πως εκείνες οι εικόνες θα  ξεθώριαζαν  κάτω απ’  τον ίσκιο  των χρόνων, αν κάποιος δεν βρισκόταν να τις ξαναζωντανέψει. Γι αυτό, ενενήντα χρόνια αργότερα απ’ εκείνες τις Αποκριές, αποφάσισε να τις μοιραστεί με τ’ αγγόνια του όταν τον φιλοξένησαν στο διαμέρισμά τους στην πόλη για να αναρρώσει μετά τη σύντομη νοσηλεία του σε νοσοκομείο.
« Παιδιά μου», τους είπε,  « μαζί σας θα μοιραστώ κείνα τα χρόνια της ξεγνοιασιάς, τα γεμάτα  μνήμες παραμυθένιες. Θα ζωντανέψουν για μια ακόμη φορά μέσα στο σύθαμπο της καρδιάς μου. Και τούτα που θα σας πω, να ξέρετε,  πως είναι πέρα για πέρα αληθινά».
 Φορώντας την τραγιάσκα του (ποτέ του δεν την αποχωριζόταν), καθισμένος στο εβένινο ανάκλιντρο που κρατούσε περίοπτη θέση   μπροστά στο αναμμένο τζάκι, απολάμβανε τη χαρά τη συντροφιάς και την εκτίμηση των νιάτων. Έπινε τον γλυκύ βαρύ  καφέ του  γουλιά -γουλιά. Πύρωνε τα χέρια του και κοιτούσε με θαυμασμό την πολυτελώς   διακοσμημένη σάλα της  οικείας.
«Τυλιγμένες σε γεύσεις τυριού  ψημένο στη λαδόκολλα κι αυγά  που ίδρωναν  στη σειρά πλάι  στο τζάκι με τη θράκα, θυμάμαι. Γέλια π’ ανθούσαν σαν πασχαλιές στα ολόδροσα χείλη των παιδιών καθώς έβγαιναν σεργιάνι στις στράτες του χωριού  φορώντας ανάποδα το μακρύ σώβρακο του παππού, ή τη μακριά ρόμπα  της γιαγιάς. Κι  όσο για μάσκες… φορούσαν τη μαύρη μαντίλα της Γιανναρούς. Εκείνη τη μέρα των αποκριών τη δάνειζε μετά χαράς στα παιδιά γιατί ήθελε να τα βλέπει να ροβολάνε το λιθόστρωτο χαρούμενα και να ξεκουφαίνουν στη γειτονιά με τα χωρατά τους. Αυτή η μέρα, ήταν η μόνη  ημέρα που είχε αποδράσει από την μονοτονία όλων των υπόλοιπων ημερών. Ήταν  τις εποχές εκείνες που οι γειτονιές αναστατώνονταν ευχάριστα με τα γέλια, τα παιγνίδια και τα καμώματα των μικρών παιδιών.
Ήταν χήρα η Γιανναρού˙ με παιδιά κι εγγόνια ξενιτεμένα. Ήτανε μόνη κι ‘χε κάνει τα παιδιά ολόκληρου του χωριού δικά της. Ό,τι κι αν της ζητούσαν τους το έδινε κι εκείνα την αγαπούσαν γιατί ήταν καταδεχτικός άνθρωπος.
Βγαίναμε στο μαχαλά  νωρίς το πρωί. Περνούσαμε απ’ το νεκροταφείο του χωριού κι ανάβαμε τα καντήλια όλων των  συγγενών και συγχωριανών. Ήταν που έπιανε η Σαρακοστή. Έπειτα  γυρνούσαμε  χαρούμενα και χτυπούσαμε το ρόπτρο της πόρτας της, τραγουδώντας:

Θειά Γιαννιά, Θειά Γιαννιά
απ’ την Πάνω γειτονιά
φέρε κόσκινο,  για ντέφι
για να κάνουμε κουρμπέτι.

Η κυρά Γιανναρού έβγαινε στην εξώπορτα με το χαμόγελο  στο πρόσωπό της φωτεινό σαν ήλιο κι ας την βασάνιζε η θλίψη κι μοναξιά όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου. Μας έδινε την μπροστέλα της και την ολόμαυρη σκέπη της και μας έλεγε:

Πάρτε παιδιά τα κύμβαλα
πάρτε και τα νταούλια
τους λόγκους πιάστε τρέχοντας
να φύγουνε τα ζούδια
και κελαηδήστε  σαν πουλιά
γιατί τα νιάτα φεύγουν.

Παίρναμε τότες  τα «λάφυρα» της Γιανναρούς και τραβούσαμε κατά το φουρναριό. Ψάχναμε τις στάχτες για κανένα σβηστό κάρβουνο. Μουντζουρώναμε το πρόσωπό μας. Ζωγραφίζαμε ήλιους, πούλιες και του Αράπη την ομορφιά ηλιοκαμένη στα μάγουλά μας.
Μπαίναμε  και στο χειμωνιάτικο δωμάτιο˙ εκεί που φύλαγε η μανά τα τεντζερέδια, τα καζάνια της πάστρας και της μαγειρικής, και παίρναμε τα καπάκια απ’ τα κατσαρόλια, τα κουτάλια απ’ το ντουλάπι,  τις κουτάλες κι ότι μεταλλικό κουτί  και κλαπατσίμπαλο μπορούσε να κάνει θόρυβο και βγαίναμε στη ρούγα  τραγουδώντας. 
Τραγούδια σκωπτικά, ειπωμένα με αγαθοσύνη από στόματα μικρών και μεγάλων. Τραγούδια του γλεντιού και της χαράς που  έδιναν ένα ξεχωριστό τόνο την ημέρα των Αποκριών˙ μα τη κυρά Γιανναρού τη σεβόμασταν  γιατί  ήτανε χήρα και μόνη.
Νωρίς  τ’ απόγιομα της προσφέραμε πεσκέσι καλοψημένες πίτες, καλομαγειρευμένα κοψίδια και καμιά μπουκάλα κρασί «για το καλό» που λένε. Εκείνη τα έπαιρνε με χίλιες ευχές στα χείλη της κι εμείς της τραγουδούσαμε το τραγούδι που μας  είχε μάθει ο Γιάνναρος, ο αποθανόντας  σύζυγος της.

Το μάθατε αμπελουργοί
τι έγινε με τον Κράσο;
Τρείς μέρες εμπεκρόπινε
κι έριξε η μέθη λάσο˙
και τις Μαινάδες έπιασαν
που κράταγαν το θύρσο
που μες τ’ αμπέλια μ’ ένα νιο
τραγούδαγαν το λίνο.

Οι ληνοβάτες στο ληνό,
τις βότρυες πατούσαν
κι όλοι οι γλεντζέδες με ψητό
και κέφι την περνούσαν.

Ψήσου γίδα! Ψήσου!
Και ροδοκοκκινίσου!
Μέχρι να έρθει ο Κράσος
να σε ξεκοκαλίσω.

Να, ο Κράσος! Έρχεται!
Με τ’ άλογο καβάλα!
Για πάρτε τα ποτήρια σας
να πιούμε καμιά στάλα.

Εβίβα! Εβίβα, ρε κρασοπατέρα!
Τ’ αμπέλια  εκαήκανε
και πια κρασί δεν κάνουν!...

Ένας μπεκρής ανέβηκε
επάνω στα βαγένια
και τον θεό παρακαλεί
για να σωθούν τ’ αμπέλια
Και νέτα σκέτα μίλησε
στου λογικού τη γλώσσα
κι έστειλε μία  προσευχή
στου Διόνυσου την πόρτα:

Σε τρεις κρατήρες θα νερώνω το κρασί!
Στον πρώτο: Για μια υγεία ποθητή!
Στον δεύτερο: Για έναν έρωτα με γεύση!
Στον τρίτο: Για  έναν ύπνο ήρεμο -βαθύ!

Των άλλων, των ανέρωτων κρατήρων το κρασί,
θα το κρατήσω για τις ύβρεις και για τις Μαινάδες˙
το τρίκλισμα θα το κεράσω σ’  ένα Σιληνό μπεκρή,
στους Σάτυρους, στον Πάνα και στους πάντες,
Και όλα τα άλλα τα καλά:
Σε όλους εσάς που μετράτε τους βαθμούς του οινοπνεύματος!!!

“ Εις Υγείαν,  θεία  Γιανναρού! Εις Υγείαν !!!”.
“Και του χρόνου, παιδιά μου! Και του χρόνου”, έλεγε εκείνη και γιούρια εμείς  τα παιδιά για την τελευταία μας εξόρμηση στο χωριό.
Της επιστρέφαμε  τα λάφυρά αργά το βράδυ,  την ώρα που θα έμπαινε στο ησυχαστήριό της. Και το ησυχαστήριο της δεν ήταν τίποτε άλλο από μια καμαρούλα 2Χ2 που μαζί της είχε μοιραστεί ολόκληρη τη νιότη  και τα γερατειά.
Τ’ απόγιομα της Κυριακής τα λεύτερα κορίτσια ετοίμαζαν την αλμυροκουλούρα. Την έψηναν στη χόβολη και  τη ροκάνιζαν μπουκιά μπουνιά ωσότου βασιλέψει ο ήλιος χωρίς να βάλουν γουλιά νερό στο στόμα τους. Πίστευαν πως το βράδυ, καθώς θα έπεφταν διψασμένες να κοιμηθούν, θα τους φανερωνόταν ο νιός που θα κάνουνε άντρας τους! Θα  έπαιρνε την εκλεκτή της καρδιά του και θα την  οδηγούσε στην πηγή με τα κρυσταλλένια νερά.  Θα ξεδιψούσαν  με τα γάργαρα νερά  της αγάπης, κάτω απ’ το φως του ολόγεμου φεγγαριού.
 Κατά το σούρουπο,  ρίχνονταν στη  φωτιά τα πιο χοντρά κούτσουρα.
Ο πατέρας αφού πρώτα θα έψηνε μερικό κρέας πασπαλισμένο με μπόλικη ρίγανη κι αλάτι, έβαζε ένα -ένα τα αυγά στην άκρη της γωνιάς κι έλεγε:
“ Του νοικοκύρη! Της νοικοκυράς!...Του παππού!…Της γιαγιάς!…” , και συνέχιζε ονοματίζοντας όλα τα μέλη της οικογένειας.
Τ’ αυγά ψήνονταν στη λάβρα και κάθε τόσο τα γυρίζαμε για να μη σκάσουν και να ψηθούν ομοιόμορφα. Ίδρωνε και κανένα κατά την ώρα του ψησίματος και λέγαμε: όποιου ιδρώνει το αυγό, ιδρώνει και  κουράζεται στη ζωή περισσότερο από κάθε άλλο μέλος της  οικογένειας. Κατά παράδοξο τρόπο το μόνο αυγό που ίδρωνε περισσότερο, ήτανε εκείνο του πατέρα.
Την μεγαλύτερη χαρά την κάναμε όταν κάποιο απ’ τ’ αυγά έσκαγε. Τότε λέγαμε:
“Σκάνε οι εχθροί μας!!!”
και πιστεύαμε πως με το σκάσιμο του αυγού, έσκαγαν οι ζηλόφθονοι γειτόνοι μας!...
Έπειτα  έπιανε δουλειά ο παππούς.
Η δουλειά του δεν ήτανε άλλη από το να ξορκίζει τους λύκους και τα τσακάλια για να μη εξοντώσουνε τις στάνες με τα ζωντανά. Μα τούτο το ξόρκι δεν το θυμούμαι…Θυμούμαι μόνο το ξόρκι της γιαγιάς που πάντρευε τις νυφίτσες φτιάχνοντας τη προίκα τους στην ηλακάτη για να μην έρχονται στα κοτέτσια και αποδεκατίζουνε τα πουλερικά. Τούτο το ξόρκι το έκανε μεσημέρι της καθαρής Δευτέρας. Ετοίμαζε το υλικό της κι έβγαινε γύρα στα κοτέτσια… Έγνεθε σε κάτι μικροσκοπικές ρόκες   το μαλλί κι έλεγε το ξόρκι της.
“Γνέθω, γνέθω…” , έλεγε.
“Τι γνέθεις;”,  της φωνάζαμε εμείς από  την άλλη άκρη της αυλής.
“Της νυφίτσας τα προικιά!”
“Και πού την στέλνεις ;”
“Στου Διαβόλου τη μάνα!...”, έλεγε στο τέλος αγανακτισμένη για τις απώλειες του κοτετσιού.
Τους έφερνε προξενιά από μακριά. Μακριά να φύγουν απ’ τον τόπο για να γλυτώσουν τα κοτέτσια απ’ τις επιδρομές της νυφίτσας και της αλεπούς. Τις πάντρευε σε γειτονικά χωριά ή σε μακρινά κοτέτσια. Αν  ήταν καλό το ριζικό τους: δεν πείραζαν ποτέ αλεπούδες και νυφίτσες τα κοτέτσια μας…Κάποτε θυμάμαι, το είχε πει  η μάνα, πως είχε δει νυφίτσα να παίζει με την κλώσα και τα κλωσόπουλά χωρίς καθόλου να τα πειράζει!!!...
Οι εποχές άλλαξαν!
Μπήκε ξενόφερτη κουλτούρα κι έκλεισε στ’ αμπάρι με δίχως ναφθαλίνη, τα δικά μας έθιμα. Ξενομανείς μια ζωή, αφήσαμε να αλλοτριωθούμε από ξενόφερτους ήρωες. Τα παλιά έθιμα ξεχάστηκαν. Πήραν τη θέση τους μεγαλοπρεπή άρματα που παρελαύνουν με ανθρώπινες φιγούρες που τους λείπει το χιούμορ και η φαντασία. Το ξόρκι της γιαγιάς απεβίωσε μαζί της!..
 Και σας τα λέγω όλα αυτά, γιατί πιστεύω πως, τέτοιες Απόκριες λίγοι θα έχουν ζήσει όπως τις έζησα εγώ», είπε ο αιωνόβιος γέροντας, πίνοντας μια ακόμη γουλιά απ’ τον καφέ του που είχε ίδει παγώσει.
«Θύμισες  σαν παραμύθι!!!», είπε κι άπλωσε τα χέρια του στη θαλπωρή της φωτιάς. «Θύμισες σαν παραμύθι!!! Δεν τις ξεχνώ!...».
   
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη 

(«σαν παραμΥθι …» Β΄ Βραβείο Διηγήματος «Σικελιανά» 2013).
                       

Προσωπογραφία ανδρός συνοδευόμενη με στίχους

« Προσωπογραφία ανδρός»


Ήρθα να σε δω
κι είδα τα μάτια σου κλειστά  να ονειρεύονται.
Δυο σπίθες είδα
κλεισμένες ερμητικά στην θήκη του σπαθιού σου.
«Οι ανδρωμένοι δεν κοιμούνται πολύ!»

 Ελαιογραφία και στίχοι της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη





Κριτικό Σημείωμα για τη Συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων του Λάσκαρη Π. Ζαράρη: «Η θάλασσα που μας ενώνει», Εκδόσεις Ήρα Εκδοτική, 2012.

  «Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ» λέγεται η συλλογή σύντομων πεζογραφημάτων του εκλεκτού λογοτέχνη Λάσκαρη Π. Ζαράρη που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Ήρα  Εκδοτική.
 Μέσα στις σελίδες του βιβλίου του παρελαύνουν διηγήματα λαογραφικά, κοινωνικοπολιτικά, μυστηρίου και πάθους, αφηγήματα με μορφή ημερολογιακής καταγραφής γραμμένα με τη μοναδική γραφίδα της πένας του συγγραφέα. 
   Ο Λάσκαρης Π. Ζαράρης χρησιμοποιεί επί το πλείστον  στις αφηγήσεις του Α΄ Ενικό πρόσωπο  και λιγότερο Γ΄ Ενικό∙ στις περιπτώσεις που θέλει να διαχωρίσει τη θέση του από τον κεντρικό ήρωα της κάθε ιστορίας του. Μπαίνει  στη θέση των ηρώων του και αφηγείται της βιωτής τους τα δρώμενα διεισδύοντας στον ψυχικό τους κόσμο, δημιουργώντας έντονες εικόνες στον αναγνώστη  και  κάνοντας τους ιδίους τους αναγνώστες: κοινωνούς των βιωμάτων των ηρώων του. 
  Είκοσι διηγήματα ολοκληρώνουν το παζλ του συγγραφικού αυτού έργου κι αναμοχλεύουν ιστορικές στιγμές που έχουν χαθεί στα βάθη των αιώνων,  ιστορίες ανθρώπων του μόχθου που αναζητούν μια καινούργια ζωή, έναν φωτεινό ήλιο που θα τους ζεστάνει και θα αναπτερώσει την ελπίδα και την αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο. 
   Πέρα απ’ το ταλέντο συγγραφής  και την αγάπη για τη λαογραφία που διακατέχει τον συγγραφέα, σίγουρα χρειάστηκε έρευνα και πολύς κόπος για τη συγκέντρωση  όλων αυτών των πληροφοριών που αναγράφονται  σε αυτό το συγγραφικό έργο.  Χρειάζεται η ιστορική γνώση.
  Ανθρώπινα δράματα - ιστορίες ανθρώπων που τις έζησαν, έρχονται κοντά μας φορτωμένοι το δοιάκι  που η μοίρα τούς επιφύλασσε, μαχόμενοι με τα πάθη,  αγωνιζόμενοι πάντα για το καλύτερο. Μερικοί από τους ήρωες τα καταφέρνουν ευκολότερα… πάντως: όλοι δίνουν το δικό τους αγώνα! Αληθινοί και φανταστικοί ήρωες –δεν έχει σημασία- κουβαλούν στην ψυχή και στο σώμα τους τα σημάδια απ’ τους καπνούς του πολέμου, αλλά και τα σημάδια  από τις φλόγες που μπορεί ν’ ανάψει η ζωή κι ο έρωτας…
   Με γραφή που εκπροσωπεί  όλα εκείνα τα στοιχεία που εμπλουτίζουν τον διδακτισμό σε δύσκολες εποχές∙ σαν ρέουσα  πηγή φωτός που διαλευκαίνει τεφρές – σκοτεινές  σκέψεις και τις αφήνει καθαρές κι ολοφώτεινες. 
   Ηρωικές μορφές που αντιστέκονται πεισματικά στη φθορά και στην ηθική κατάπτωση συναντά ο αναγνώστης μέσα σ’ αυτό το συγγραφικό έργο. Μέσα σε τόπους, στη γωνιά εκείνη που οι Τούρκοι ονόμασαν «Χρυσό κήπο», οι πρόσφυγες - άνθρωποι προς φυγή, υπήρξαν τα λουλούδια που ξεριζώθηκαν για να φυτρώσουν ξανά απλώνοντας τις ρίζες τους σε νέες πατρίδες.
   Ο συγγραφέας κάνει  την ενδοσκόπησή του  και με την πένα εστιάζει  την προσοχή του στην ψυχή των  προδομένων ανθρώπων∙  μέσα απ’ το φως των ματιών και τη λαχτάρα της ψυχής, δίνει ελπίδα στον αγώνα της καινούργιας τους ζωής, φροντίζοντας να κρατηθεί ζωντανή η Φλόγα της Ιστορίας των Αλησμόνητων Πατρίδων τους. «Με τον Σταυρό μας το έθνος μας πάντοτε ανασταινόταν στις δύσκολες στιγμές» θα μας πει  στο διήγημα: «Το παραμύθι που γλίτωσε απ’ τις φλόγες» των σελίδων 27-32 του βιβλίου του.
   Σαν τον ήρωα «Διαμάντη»  προσπαθεί να μας μεταδώσει το απόσταγμα της γνώσης  εξιστορώντας μέσα στα διηγήματά του «το άλας της ζωής τους».
   Βάζοντας ως αρχή τη ρήση: «Η μόρφωση αλμυρίζει τη ζωή», παίρνω την ευθύνη και λέγω, πως εμείς που είμαστε «μπανταράκ’ς», δηλαδή απλοί άνθρωποι του λαού, μελετώντας τις σελίδες του βιβλίου του κύριου Λάσκαρη Π. Ζαράρη, μπορούμε με σεβασμό  ν’ αφουγκραστούμε τις διδαχές των ηρώων του. Απ’ το διήγημα: «Η παράξενη ιστορία του αλόγου», ακούγεται ακόμη η φωνή του μπάρμπα- Θόδωρου κι ο ιδρώτας του που πότιζε τη χέρσα γη για να καρποφορήσει, δίνει τροφή στους απογόνους του. Με τις εθιμοτυπίες του  ζωντάνεψε την όμορφη ζωή του Εύξεινου Πόντου και την ονειρική απάντηση που έδωσε για τη «Μπαμπούσκα του» φανερώνεται ολοκάθαρα το αγνό κι  αρραγές του χαραχτήρα του∙ όσο για την παραξενιά του αλόγου του, τον ονομαζόμενο: «Ρωμαίο», θα σας ειπώ χαριτολογώντας, πως: «Ο Ρωμαίος είχε Ελληνική Ανατροφή  και  δεν του άρεσε καθόλου η ξενόφερτη κουλτούρα!!!..».
   Αρκετοί ήρωες δίνουν ευτυχισμένοι το χέρι στους αγγέλους για να βιώσουν την αιωνιότητα. Κι αξίζει να λέγονται ήρωες όλοι εκείνοι που ενήργησαν με αυτοθυσία και μάλιστα σε ξένο τόπο. Ανδρειωμένος είναι ακόμη εκείνος που με ψυχικό σθένος απαρνιέται όλες τις φθαρτές – θνητές του αδυναμίες.
   Ο συγγραφέας αν και πρακτικός άνθρωπος, δεν αντιστέκεται στη φλόγα της φαντασίας, αλλά ούτε και στη δυναμική της. Αληθινά και φανταστικά (δεν έχει σημασία), συμπορεύονται και αλληλοϋποστηρίζονται δημιουργώντας ένα μοναδικό τρόπο έκφρασης ιδεών, συνθηκών, καταστάσεων, δίνοντας στον αναγνώστη μαθήματα πίστης και ηρωισμού: «Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε βαθιά  πως πλησιάζει η ώρα να επωμιστούμε τις ευθύνες μας και να διεκδικήσουμε… με σθένος!». Ο λόγος του δυνατός και ξάστερος σφυρηλατεί και αγρυπνεί τις συνειδήσεις.  Σαν ανήσυχο πνεύμα, δεν επαναπαύεται και ξεσκεπάζει τα κιτάπια του χρόνου και της μνήμης.  Εκμεταλλεύεται γεγονότα κι  ως κατακλείδα των ιστοριών του  μας αφήνει και ένα ισχυρό  δίδαγμα - μάθημα∙ σαν εκπαιδευμένος στρατιώτης σε μελετημένη παράταξη στο πεδίο της μάχης.
   Επειδή: «Ο επιμένων νικά», έτσι κι ο συγγραφέας Λάσκαρης Π. Ζαράρης βγαίνει νικητής σε μια ακόμη προσπάθεια του. Κι αυτή η προσπάθεια πήγαζε μάλλον από βαθιά  επιθυμία ν’ αφήσει στις επόμενες γενεές μια ιερή κληρονομιά, ένα μνημόνιο ψυχικής κατάθεσης. Ως γνήσιος Έλληνας, κατέθεσε με ευλάβεια στις λευκές σελίδες του βιβλίου του,  ό,τι καλύτερο πηγάζει απ’ την ψυχή του. 

15 Ιανουαρίου 2014 
 
Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη 

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Ένα από τα βραβευμένα διηγήματα της συλλογής πεζογραφημάτων του Λάσκαρη Π. Ζαράρη: «Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ» σελ: 33- 39 - Ήρα εκδοτική.



«Το αλμυρότερο δάκρυ

   Ο ήλιος άγγιζε δειλά-δειλά το βουνό Μπακιρλή στη χερσόνησο της Σωζόπολης. Ο ολοκόκκινος δίσκος γελούσε με τις πρώτες ακτίνες του, παίζοντας στ’ ανοιχτά με την κορμοστασιά του φάρου, τη σκοτεινιά του ουρανού, τους σκούρους βράχους που αποζητούσαν το πρωινό άγγιγμα της θάλασσας.
   Η Μαύρη Θάλασσα -η «μητριά των ναυτικών» όπως έλεγαν οι ντόπιοι- έχει μια γοητεία το ξημέρωμα. Ξαλαφρώνει το μυαλό του ανθρώπου από τις έγνοιες προσφέροντας αισιοδοξία, παρόλο που αυτές οι πρώτες ώρες κυλούν μακριά απ’ τα χείλη του νυχτερινού ύπνου και του ονείρου.
   Ήταν σκληραγωγημένος άνθρωπος. Μαυρισμένος από τον ήλιο, με τα λαμπερά μάτια και τις ζάρες στο πρόσωπο, ένιωθε το αναζωογονητικό φύσημα του ανέμου σαν χάδι γοητευτικής γυναίκας. Εκείνος έφερνε τη δροσιά των αιωνόβιων δέντρων του βορρά και τις μυρωδιές των θαλασσινών πολιτειών· της Οδησσού, της Κωνστάντζας, της Βάρνας και του Πύργου, για ν’ αναπαυτεί στις όμορφες οροσειρές του Αίμου και της Ροδόπης.
   Αχ, πόσο θα ήθελε να ταξιδέψει! Δεν ήταν όμως θαλασσινός και είχε δεθεί μ’ αυτή την καρποφόρα γη. Του άρεσε να στρέφει το βλέμμα του συχνά προς το νότο, με τη φαντασία του ν’ αγγίζει τη θάλασσα του Μαρμαρά και την αιώνια Πόλη· το κέντρο κάποτε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
   Έβαλε το κασκέτο του και πήρε μια ανάσα. Κοίταξε τους λευκούς λόφους· διακρίνονταν αχνά από το άνω μέρος της πόλης. Έμοιαζαν με ανθρώπους που άρχιζαν να κινούνται, καθώς ξεχώριζαν απ’ το σκοτάδι και έσμιγαν με το φως.
   «Αυτές είναι οι ελπίδες μου», σκέφτηκε.
   Η μοίρα του είχε γραμμένο να παλεύει όλη τη μέρα μ’ αυτούς τους άσπρους σωρούς. Η Ανατολική Ρωμυλία όφειλε την αυτονομία της, κατά κύριο λόγο, σ’ αυτό το φυσικό προϊόν· το αλάτι, με το οποίο την είχε προικίσει ο Θεός, το καλύτερο αλάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
   Οι αλατόλοφοι έθρεφαν όλη την οικογένειά του, την κυρά Σμαράγδα, τον μικρό Νικολάκη, τη μικρή Μαρία και ο Διαμάντης, παρόλο που γνώριζε πως ο ήλιος φέρνει μαζί του τη σκληρή μέρα και τους κόπους του, απολάμβανε το χάραμα παρατηρώντας σ’ όλη της την έκταση την  αλατούχο λίμνη, που χωρίζονταν από τη θάλασσα με μια στενή λωρίδα γης. Αυτή η λιμνοθάλασσα σχηματίστηκε κάποτε από τα θαλάσσια ρεύματα, τα οποία παρέσυραν τεράστιες ποσότητες άμμου ώστε να δημιουργηθεί ένα ανάχωμα.
   Το σπίτι του ήταν κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στην αρχή της πόλης. Κάθε πρωί έβαζε το άσπρο του πουκάμισο και το μαύρο του φαρδύ παντελόνι, το γυρισμένο σε δίπλες κάτω από το γόνατο, και τα ξασπρισμένα δερμάτινα παπούτσια του. Έπαιρνε από την κρεμάστρα το μακρύ ζωνάρι -που είχε υφάνει η γυναίκα του στον αργαλειό- και το έφερνε με επιμέλεια πολλές στροφές γύρω απ’ τη μέση του, μέχρι να δέσει τις άκρες του σε γερό κόμπο. Ύστερα, περνούσε τη φραγή της αυλής και έβγαινε να περπατήσει με λαχτάρα στους στενούς δρόμους. Κατεβαίνοντας προς τις αλυκές, περνούσε δίπλα από τους αμπελώνες του Παλιόκαστρου και τους ανεμόμυλους και θαύμαζε την ομορφιά τους.
   Άρχισαν να διακρίνονται τα πρώτα ψαροκάικα με τα μυτερά τους ιστία. Έπρεπε να ελιχθούν όμως προηγουμένως ανάμεσα στις ξέρες, που δημιουργήθηκαν από τα βυθισμένα τείχη της παλιάς, Βυζαντινής πόλης, και να ξεπεράσουν την ορμή του  γρέκο-λεβάντες, προσεγγίζοντας τις φιλόξενες ακτές της πόλης.  Οι περαστικοί στην παραλία σήκωναν τα καπέλα τους, να τα χαιρετήσουν με ικανοποίηση, γιατί αυτά έφερναν τον πλούτο της θάλασσας τους.
   Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος ήταν οι μήνες της σοδειάς και η δουλειά απαιτούσε μεγάλες δυνάμεις από τον ίδιο. Οι φλέβες ήταν έτοιμες να ξεπεταχτούν έξω απ’ το δέρμα των μπράτσων του. Χειριζόταν με μαστοριά το «λαγούτο»· ένα εργαλείο που έμοιαζε με μεγάλο ξύλινο κουτάλι. Το κρεμούσαν σ’ ένα ικρίωμα που το έλεγαν «λαβουτίστρια». Το έπιαναν από τη λαβή δύο-τρία άτομα και βουτούσαν το μπροστινό του μέρος στον κεντρικό αγωγό και μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο άδειαζαν το νερό σε φραγμένες περιοχές με σανίδια, που τις έλεγαν «τηγάνια» και αυτό γινόταν, γιατί η στάθμη της λίμνης ήταν χαμηλότερη από εκείνα.
   Ήξερε τους ανέμους τόσο καλά, όσο οι ναυτικοί. Ο μικρός Νικολάκης αναρωτιόνταν για τη στεναχώρια του πατέρα του, όταν εκείνος έβλεπε το λίβα να ζυγώνει τις ακτές. Σήκωνε το κεφάλι του βαρύθυμος και έλεγε ανόρεχτα: «Αλισάχνη».
   «Τι σημαίνει Αλισάχνη πατέρα;» ρωτούσε με απορία.
   Το παιδί νόμιζε πως ήταν κάποια θαλασσινή νεράιδα, που τις ιστορίες της του είχε διηγηθεί η μητέρα του, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί φόβιζε τόσο πολύ τον πατέρα του.
   «Αλισάχνη, απαντούσε χαμηλόφωνα εκείνος, είναι το πολύ λεπτό αλάτι».
   Ώσπου συμπέρανε πως η διάθεση του Διαμάντη πήγαινε παράλληλα με τους ανέμους. Τον είδε και πάρα πολλές φορές ευτυχισμένο, να γελά ασταμάτητα και να του εξηγεί: «Πότε πονέντες, πότε λεβάντες. Αυτή τη βδομάδα οι αλυκές θα δώσουν το καλύτερο αλάτι. Χονδρόκοκκο!» και γυρίζοντας προς τα κάτω το δείχτη του χεριού του, έδειχνε το ακριβή του μέγεθος.
   Το χειμώνα, τις μέρες που ο καιρός αγρίευε, ο Διαμάντης ξεκουράζονταν στο ξύλινο ανώι του σπιτιού του και έλεγε ιστορίες στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Προσπαθούσε να τους μεταδώσει όλο το απόσταγμα της σοφίας του κι εκείνοι τον εκτιμούσαν για την εργατικότητα και την εξυπνάδα του.
   Η γυναίκα του διαμαρτύρονταν:
   «Ώχου…Τι τους τα λες αυτά, χρυσέ μου; Κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει η επόμενη μέρα!».
   «Μα δε βλάπτει, γυναίκα, να γνωρίζουν λίγα χρήσιμα πράγματα για τη δουλειά μου», απαντούσε εκείνος και συνέχιζε: «Η μόρφωση αλμυρίζει τη ζωή, την κάνει πιο νόστιμη κι ελκυστική».
   Η γυναίκα του τον παρατηρούσε ευγενικά, που συνήθιζε να μιλάει σαν επιστήμονας, αν και ήταν μπανταράκ’ς, δηλαδή απλός άνθρωπος του λαού. Τελικά είχε δίκαιο εκείνη, γιατί κανείς δεν ξέρει τι φέρνει το αύριο.
   Ο Διαμάντης ταξίδευε με την οικογένειά του για πρώτη φορά πάνω σε καράβι, χτυπημένος από το μαχαίρι της επώδυνης προσφυγιάς. Τι ειρωνεία της μοίρας, τώρα που άφηνε πίσω τις στάχτες της αγαπημένης του πόλης! Γεμάτος παράπονο, που έχανε τις αλυκές, έγραφε στο ημερολόγιό του ό,τι τον δίδαξε η φύση και η ζωή:
   «Μ’ αυτό τ’ άλας έπροικ’σε ο Θεγός ντη πόλ’ μ’, μ’ αυτό τ’ άλας έπαντρεψα ντη κόρη μ’, μ’ αυτό τ’ άλας έσπουδασα ντο’ ιο μ’».**
   Ένα παχύ δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Έφτασε στα χείλια του. Το γεύτηκε· ήταν τόσο αλμυρό, λες και είχε συγκεντρώσει μέσα του όλη την αλμύρα των αναρίθμητων τόνων «λευκού χρυσού», που είχαν περάσει απ’ τα ταλαιπωρημένα του χέρια. Ο γερασμένος πια άντρας άφησε το δάκρυ του να πέσει πάνω στο χαρτί, σαν υπογράμμιση όλων των ονείρων που έχασε την προηγούμενη μέρα, στις 30 Ιουλίου του 1906, με το κάψιμο της πόλης από τους Βούλγαρους.
   Στην καινούργια του πατρίδα, γι’ αρκετά χρόνια συνήθιζε να κατεβαίνει με τα πόδια απ’ το ψηλότερο σημείο της πόλης μέχρι την παραλία και να παίρνει βαθιές ανάσες, νιώθοντας στο μέτωπό του ακόμη το δροσιστικό αεράκι του βορρά, που αναπαύεται στις πλαγιές του πανέμορφου Αίμου και της Ροδόπης. Τρόμαζε ακόμη όταν ο λίβας πλησίαζε τις ακτές. Άλλοτε έβλεπες την ευτυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Τότε μονολογούσε: «Πότε πονέντες, πότε λεβάντες».
   Με τη φαντασία του εξακολουθούσε να βλέπει καθημερινά τους παλιούς χιονάτους λόφους. Έμοιαζαν με ανθρώπους που τεντώνουν τα χέρια τους για να ξεμουδιάσουν από το νυχτερινό ύπνο, στην επαφή τους με το φως της αυγής. Αυτή τη φορά, μάλιστα, του χαμογελούσαν νοσταλγικά.

**  «Με αυτό το αλάτι προίκισε ο Θεός την πόλη μου, με αυτό το αλάτι πάντρεψα την κόρη μου, με αυτό το αλάτι σπούδασα το γιο μου». Μεταφορά στην κοινή από γλωσσικό ιδίωμα (ντοπιολαλιά) της δυτικής ακτής του Εύξεινου Πόντου.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***  Β΄ βραβείο λαογραφικού διηγήματος από το πολιτιστικό περιοδικό «Δευκαλίων ο Θεσσαλός» το έτος 2010