
Ταξιδιώτης ο άνθρωπος σε ένα Κοσμικό ταξίδι. Αστρική σκόνη που στροβιλίζεται και χορεύει στα ρεύματα και στις δίνες του Απείρου...
Τρίτη 21 Μαρτίου 2017
«ΤΡΙΛΙΖΑ» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Τρίλιζα παίζεις με χαλίκια
πάνω σε δυο γραμμές που χάραξες
στου φίλου σου τα δεκανίκια.
Δεν είχες κότσια να πατήσεις
ούτε μυαλό για να σκεφτείς
ξένες ιδέες είχες κλέψει
και τον καθρέφτη σου είχες στρέψει
σ’ αυτά που ήθελες να δεις.
Γραμμένη ιστορία το μερίδιο,
εκείνο της ευθύνης, που ‘χες διώξει
και το ‘κανες ζωής δίκαιο κριτήριο.
Τώρα τρέχεις και δεν φτάνεις...
Θα προλάβεις να τρατάρεις;
Θα πληρώσεις τα σπασμένα
κι όλα όσα έχεις κλεμμένα;
Ή θα παίζεις τα χαλίκια
στου λαού τα δεκανίκια;
5 Απρίλη 2016
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017
" O ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΣΥΝΑΝΤΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ"
ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: 217 7360258
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ & ΝΙΚΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ
email: pnoeslogou@gmail.com
Κυριακή 12 Μαρτίου 2017
«ΤΟ ΔΩΡΟ» στίχοι της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη
![]() |
ΤΟ ΔΩΡΟ Το δώρο που εζήτησες μια Κυριακή πρωί
Ήτανε σώμα τ’ ουρανού ριγμένο σε ποτήρι
Κοινώνησε απ’ το δάκρυ σου την τίμια πληρωμή
Και την ψυχή σου γέμισε ύμνους απ’ το ψαλτήρι.
Ελύγησε το σώμα σου σαν στάχυ καρπερό
Που τρομαγμένο ξύπνησε από τη στέρφα ξέρα
Και ζώθηκε η ανάσα σου το ζωντανό Χριστό
Που τη ζωή σπλαχνίστηκε κι ας ζούσε σαν εταίρα.
Το δώρο που παρέλαβες ήταν δώρο θεού
Που χρόνια ζυμωνότανε στου κόσμου το λαήνι
ξεθάφτηκε απ’ την άβυσσο το κάρμα του εαυτού
ντύθηκες μοσχολίβανο από το θυμιατήρι.
Κι ήταν ανάλαφρο φιλί αγγέλου φωτεινού
Που της αγάπης τ’ άγημα το τύλιξε στο σώμα
Γιατρεύτηκε το ράγισμα τ’ ανήμπορου φτερού
Στρωμένο ροδοπέταλα σε παραδείσου πόρτα.
Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
|
«ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΣΑΙ!...» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη
ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΣΑΙ!...
Θάλασσα είσαι αγριεμένη
που τα γαλάζια μάτια σου
χάνονται στο
άσπρο του αφρού σου.
Θάλασσα είσαι απέραντη
που ο ήχος της φωνής σου χάνεται
μέσα στον παφλασμό των κυμάτων σου.
Θάλασσα είσαι πολυτάραχη
που ο κόρφος σου βαραίνει
από κουφάρια ναυαγών και μαλάματα.
Θάλασσα είσαι που να μην ήσουν!...
Θάλασσα είσαι και
καταριέμαι την στιγμή
που έγινα το ακρογιάλι σου.
Να χτυπάς πάνω το κύμα σου
κι εγώ να αφρίζω απ’ το κακό μου.
Θάλασσα είσαι
κι εγώ Οδυσσέας πολυταξιδεμένος
που ‘χασα το καράβι και τους ναύτες μου μαζί σου.
Θάλασσα είσαι
κι εγώ προσμένω να γαληνέψεις…
Να δω στα βάθος του ορίζοντα σου, την Ιθάκη μου.
Θάλασσα είσαι
και τρίζουν τα κατάρτια του κορμιού μου.
Η τρίαινα του Ποσειδώνα
δε δάμασε ακόμη τον θυμό σου.
Θάλασσα είσαι…
Μου τσάκισε τα κόκαλα η αλμύρα σου,
μου ‘λιωσε τα πανιά του καραβιού μου∙
βαρκούλα που να ‘βρω μεσοπέλαγα
να γλυτώσω απ’ τα πελώρια κύματά σου;
Θάλασσα είσαι ατέλειωτη και ονειροταξίδευτη!
Θάλασσα είσαι… που να μην ήσουν!
Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη
"ΜΑΝΑ ΠΕΙΝΑΩ" του Χρήστου Θωμά. (Από το αρχείο της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά).

Τα χρόνια ήταν δύσκολα και μελαγχολικά. Το
σπίτι ήταν μικρό δυο κάμαρες. Δυο κάμαρες με μια σκάλα πέτρινη που κατέβαινε
στο κατώι. Αυτό το σπίτι πρέπει να το είχε ο αγάς για τους υπηρέτες του.
Άργησαν να κατεβούν στην Παραμυθιά. Δεν ήρθε και κανένας από το χωριό τους.
Όλοι τράβηξαν κατά τα Γιάννενα.
Πριν γεράσει ο πατέρας της, βοήθαγε και κείνη και η μάνα της και έβαναν κάρνα
και τα πήγαινας στα Γιάννενα στα μαγαζιά. Τώρα όλα τα ερήμωσε ο πόλεμος. Πόσες
φορές, δεν είδαν τα χωριά τους να καίγονται; Πόσες φορές δεν κρύφκαν κάτω από
σπέλες και από πάνω πέρναγαν οι οχτροί. Γερμανοί, Ιταλοί, Τσάμηδες. Και ύστερα,
οι δικοί μας οχτροί μεταξύ τους ήταν και αυτοί. Εχθροί ήταν όλοι. Και καλά οι
ξένοι, μα και οι δικοί τους. Ναι και οι δικοί τους. Τους άρπαζαν το ψωμί, μα που
να μιλήσεις. Χωριανοί τους ήταν και οι από δω και οι από κει. Έτσι στον εμφύλιο
ήρθαν στην Παραμυθιά. Καλά ήταν. Ο κόσμος όλος γράφκε στα ντεφτέρια. Το χωριό
τους δεν είχε καεί. Έτσι δεν μπορούσαν να πάρουν φράγκο. Είχαν και πατέρα στα
ξένα χαμένον. Ούτε γράμμα ούτε γραφή.
Και η Παραμυθιά ήταν πολύ όμορφη, έτσι που ήταν χτισμένη στην πλαγιά,όπως το
χωριό τους. Και οι δρόμοι είναι γκαλντερίμια έτσι είναι τα χωριά που είναι σε
πλαγιά. Και στο χωριό τους, τα σπίτια είναι δίπατα και τρίπατα όπως του
Μάντζιου και του Σαράκη. Δεν είναι όμως κάστρα, όπως των αγάδων. Τι κάστρα
δηλαδή γκρεμισμένα καταστραμμένα σε πιάνει φόβος σαν διαβαίνεις μπροστά.
Το κατηφορικό έδαφος τους ανάγκαζε να κάνουν κατώγια και γκουμπέδες.. Μέσα στο
κατώι έβαζαν τα λίγα ζωντανά τους, μια κατσίκα και λίγες κοτούλες το γομάρι και
τα πρόβατα. Οι αγάδες σίγουρα σε τούτα τα τεράστια σπίτια δεν βάζανε ζώα κάπου
θα είχαν υποστατικά όπως είχαν και κάποιοι στο χωριό τους.
Κλειδωναν καλά το κατώι και έβαζαν σε μια τρύπα που είχαν στον τοίχο για να βγάζουν
τις κότες μια μεγάλη πέτρα και μια πλάκα. Μέσα έβαζαν σε μια γωνιά χωρισμένη με
τσατμά το λίγο τυρί που έκαναν από την κατσικούλα τους. Κάθε τρεις μέρες
μάζευαν το γάλα οι τρεις γειτόνισσες και ΄εβαζαν τυράκι.Μια μέρα η μια, μια
μέρα η άλλη και την πριάλη μέρα η τρίτη.
Έτσι το γάλα ήταν περισσότερο και γένουνταν μια τσαντίλα τυρί ίσα με μια
οκά.Το τυρόγαλο δεν το πέταζαν, με αυτό έκαναν γκίζα που την έβαζαν μέσα σε
τομάρι από κατσίκι, το ασκί.
Την γκίζα την έκαναν και ξερή όπως τώρα τη μυζήθρα για μακαρόνια. Ήταν τόσο
αρμυρά που δεν γλωσσιάζονταν.
Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν, μα όπως άκουγα από τις γειτόνισσες εκείνη τη
χρονιά έχασαν το λίγο στάρι που είχαν σε μια σποριά τόπο. Πριν το θερισμό έπεσε
χαλάζι θιάμα ίσα με λεφτόκαρο Έπεσε πείνα μεγάλη. Πολλές οικογένειες ζήταγαν
βοήθεια από τη Μητρόπολη. Δεν γνώριζαν κανέναν, που να πήγαιναν.
Ετούτη η πείνα έμοιαζε με της κατοχής. Τα βράδυα έκαναν ζεματήρα. Νερό με λίγες
σταγόνες λάδι και μέσα λίγο ψωμί να φουσκώσει και πολύ καφτερό κόκκινο πιπέρι.
Το μοίραζε η μάνα με το ξύλινο χουλιάρι.. Μια κουταλιά δική της δυο του παιδιού
του ασκάραντου και μια και μισή της τσούπρας.
Ήταν μεγαλύτερη. Κοίταγε με θυμό τη μάνα της. Και κείνη πεινάει κι ας μη
φωνάζει πεινάω, όπως το ασκάραντο.
Ο Χρήστος πήρε το τσιμπολόι με το βιβλίο και το τετράδιο, και πήγε για το
σχολείο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στο σχολειό τα πόδια του λύγισαν, τα ματάκια του
έκλεισαν και έπεσε καταγής.
Έτρεξε μια γυναίκα και φώναξε, ουι χαλασιά μου, πέθανε το παιδί τση Μπίλως..
Αλαφασμένες έτρεξαν να της πάνε το χαμπέρι. Ο Χρήστος έπεσε κει σιακάτου μπαϊλντισμένος.
Έτρεξε κουτρουβαλώντας στα γκαλντερίμια.Με τα ποδάρια της απόδετα.
Το άρπαξε το έβαλε στην αγκαλιά της και άρχισε να το μοιρολογάει. Χρήστο μου
παιδάκι μου.
Σκάσε, της είπε η αδερφοπτή της. Σκάσε, το παιδί δεν έχει τίποτε.
- Άντε μη σου πω καμιά κουβέντα βαριομέζα που το παιδί δεν ανοίγει τα μάτια να
με δει, και συ λες πως δεν έχει τίποτας.
Μέσα στην ποδιά της, καθώς το ζέσταινε, άκουσε να της λέει, μάνα ψωμί και
ξανάκλεισε τα ματάκια του.
Ήταν δώδεκα χρονών και χώραγε στην ποδιά της.
Κοίταξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Αντράπκε, άκουσαν όλοι το παιδί να λέει
μάνα ψωμί, μάνα πεινάω.
Μπορεί να πείναγαν όμως δεν ήθελε να το ξέρει ο κόσμος. Είχε μπάλα. Ποτέ δεν
ζήτησε τίποτε και το μόνο που ζήταγε ήταν δουλειά, μα δεν την έπαιρναν. Ήταν
γριά στα εξήντα της χρόνια.
Η αδερφοπτή της, την κοίταξε με πόνο. Σύρτο στη μητρόπολη να του δώσουν αλεύρι
και τυρί γάλα και ρούχα, να του δώσουν λεφτά τώρα που είναι άρρωστο, σύρτο.
Δεν είμαι γραμμένη, το ξέρεις τι μου λες.
Σύρε να ταΐσουν το παιδί και μετά θα μπορέσεις να γραφτείς.
Πάνω από το κεφάλι της ήταν μια κυρία καλοντυμένη. Φορούσε και μια άσπρη ποδιά
λουλουδάτη γυρισμένη σιαπάνου, κάτι είχε μέσα.
Πήρε παράμερα την αδερφοπτή της μάνας και της έδωσε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί.
Είχε και ένα ντενεκεδάκι με γάλα.
Αύριο εδώ τους είπε.
Την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος, η μάνα περίμενε τη γυναίκα. Δεν ήταν ξένη την
ήξερε από το χωριό. Ένοιωθε ντροπή, μα το παιδί της ήταν σε κίνδυνο.
Ήρθε και της έδωσε γάλα και ψωμί. Κοίτα να δίνεις στο παιδί και ένα αυγό……
Ξέρω- ξερω, όμως το παιδί έχει αδενοπάθεια, χρειάζεται καλή τροφή. Στο χωριό
μας δεν έχετε κανέναν;
Χουχλουβάγιες θα λαλάν στο σπίτι μας,έχουμε χρόνια που γυρίζουμε σαν τους
γύφτους. Πότε στα Γιάννενα πότε στα χωριά. Και τώρα εδώ λέμαν να στήσουμε
κορωνιό.
Όσο είστε εδώ εγώ θα κοιτάω το παιδί, όμως στο χωριό θα μπορείς να βάνεις και
ένα μποστάνι, λίγο λιανό, λίγα καλαμπόκια. Σύρε το παιδί θέλει καλό φαΐ.
Άνοιξε το σχολειό και στο χωριό μας. Είναι δάσκαλος ο Αγγελίδης. Να δεις πως θα
είναι καλύτερα στο χωριό.
Σε λίγες μέρες έμασε το καταντιό του σπιτιου έδεσε την κατσίκα με μια τριχιά
και ανηφόρισε κατά τη σκάλα.
Το παιδί γκότσι.
Πως να ανεβείς τούτη την ανηφοριά δύσκολο. Το παιδί πότε κοιμούνταν και πότε
ζήταγε λίγο ψωμί. Μάνα πεινάω. Δίπλα της η τσούπρα της, ανέβαινε τραβώντας την
κατσίκα ενώ σε ένα σακκούλι στην πλάτη είχε δυο κότες. Τις άλλες τις πούλησαν.
Εκεί στο χωριό τα πράγματα πήγαν καλά. Έδιωξε τις χουχλουβάγιες από το σπίτι.
Παρακάλεσε τα σόγια να της δώσουν κάνα θηλυκό κατσικάκι η προβατάκι, να το
μεγαλώσει να πιάσει κοπάδι, και άλλο κανένα ζώο και να τους το γυρίσει άμα
πιάσει μαγιά.. Πήγαινε όπου είχαν σκάλο, θέρο, παντού. Έτρεχε στις δέσες για το
νερό. Κόπος πολύς.
Ανάπιακε το νοικοκυριό της. Σε δυο χρόνια ξανά στην Παραμυθιά να πάει το παιδί
στο γυμνάσιο.
Τώρα είχε είκοσι πρόβατα και μια γίδα. Έβανε μποστάνι, καλό καλαμπόκι και
λιανό. Θα πούλαγε τα αρνιά ένα το μήνα θα μάζευε και ότι μπορούσε να μάθει
γράμματα το παιδί. Η τσούπρα ήταν κουφή, αυτή ήταν για τα χωράφια θα έμενε στο
χωριό. Άκουγε δηλαδή μα δεν άκουγε καλά και έτσι τη φώναζε όλο το χωριό η
κουφή..
Και πήγαν στην Παραμυθιά πολλά παιδιά απ΄ το χωριό τους.
Και νοίκιασαν ένα δωμάτιο ο Χρήστος, ο Μέλτος, και ο Θόδωρος. Ήταν σόι τα τριά
παιδιά από το χωριό δυο αδέλφια και κείνος. Τότε για να πας γυμνάσιο έδινες
εξετάσεις και μπήκαν με την πρώτη και οι τρεις. Και πήγαιναν σκολειό με τα
καπέλα τους με παπούτσια τους έστω και μπαλωμένα.
Έφερναν οι μάνες ψωμί κάθε Σάββατο και ξύλα στην πλάτη να τα πουλήσουν στο
παζάρι να πάρουν ότι χρειάζονταν τα παιδιά, μα και αλάτι και βαφές για τις
φλοκιάρες.
Έφερναν και τα ρούχα καθαρά, ασιδέρωτα, που σίδερο στο χωριό τότε. Τα έβαζαν
κάτω από το κρεβάτι να στρώσουν.
Τη δεύτερη χρονιά ο Χρήστος λιγοθύμησε. Τρόμαξαν τα παιδιά. Φώναξαν βοήθεια.
Πήγαν σκιαγμένα γρήγορα στον τηλέγραφο να πουν στο χωριό τα χαμπέρια.Ο
τηλέγραφός δεν έπιανε. Ποιος να πάει και ποιος θα μείνει, έριξαν σπορτίτσα.Θα
πάει ο Μέλτος. ο Μέλτος τρομαγμένος μα έπρεπε να πάει ήταν φίλοι πάντα. Εφτά
ώρες περπάταγε. Έτρεμε το φυλλοκάρδι του όταν άκουγε σκυλιά μα έφτασε στο
χωριό… Ο Μέλτος και ο Χρήστος, έτσι έμειναν ως το θάνατό τους φίλοι. Σαν είδε η
μάνα το Μέλτο τση κόπιε η ανάσα.
Και πήραν το δρόμο για την Παραμυθιά. Έφτασαν. Είχε περάσει μια ολόκληρη μέρα.
Η δόλια η μάνα έτρεμε ήθελε να μάθει για το παιδί. Της είπαν πως πήγε ο γιατρός
μόνος του να το δει.
Διάγνωση, μεγάλη αδενοπάθεια. Συνταγή, φάρμακα μα και καλό φαγητό. Βούτυρο,
γάλα αυγό και κρέας.
Γεμάτη απόγνωση το πήρε καβάλα στο γομάρι του Σωτήρη για το χωριό. Τώρα ήταν
μεγάλος δεν ήταν σαν τότε που τον πήγε στην ποδιά και γκότσι. Αλήθεια τώρα ήταν
μεγάλος ή τότε ήταν πιο γερή;
Όταν έφτακε στο σπίτι, έβαλε το σκουσμό. Τώρα τούτο το παιδί είναι σακάτικο.
Μπορεί να μην ξαναπάει στο γυμνάσιο.
Λύθκε το κορμί της ετούτο ήταν η απαντοχή της, τα άλλα έφκαν για την Αθήνα,
έπιακαν δουλειά, τούτο ήταν άρρωστο πα να πει φθισικό. Της είπε ο γιατρός ο
στραβοτσιάγουλος, πως άμα του δίνει να τρώει θα γένει καλά και θα πάει ξανά στο
γυμνάσιο.
Χάρκε, και έβγαλε το σκασμό, μετά ανασκουμπόθκε και έβαλε τα δυνατά της, μέχρι
πλάκες έστηνε, στο σώχωρο να πιάνει τσιρούλια να τα ψένει να τρώει το παιδί.
Πήγαινε για τα πρόβατα και μάζευε μπόρπολα να του ψήνει να τρώει. Μέχρι
σκατζόχερι έσφαξε για το παιδί της. Έτρωγαν και οι άλλοι στο χωριό τους.
ο γιατρός όταν περνούσε κατά τα χωριά, πέρναγε να δει το παιδί. Τα μάγουλά του
άρχισαν να κοκκινίζουν. Πάχυνε,ψήλωσε, και η μάνα καμάρωνε πως έκανε το τυρί
τους χωρίς βούτυρο. Το βούτυρο το έβγαζε στη βλάντα για το παιδί της, να το βάνει
σε λίγο ψωμί.
Του έφερε ο γιατρός βιβλία από την Παραμυθιά, δικά του βιβλία, να διαβάζει να
μη χάσει τη χρονιά.
Και διάβαζε και έπαιζε φλογέρα και έγραψε το πρώτο του βιβλίο με πατριωτικά
ποιήματα.
Σε έξη μήνες και ενώ το σχολείο τελείωνε πήγε για να δώσει εξετάσεις. Αν έγραφε
θα του χάριζαν τις απουσίες. Και έγραψε.
Βέβαια τα παιδιά του χωριού που ήταν στο γυμνάσιο, στις γιορτές που ήρθαν, τον
βοήθησαν πολύ.
Πήγε έδωσε εξετάσεις και πέρασε.
Αυτό ήταν. Από τότε τα αδέλφια του νοιάστηκαν αφού μια χρονιά σχεδόν έλειπε και
κατάφερε να περάσει θα τον βοηθήσουν.
Ένα παλιό δικό τους ρούχο, μια κονσέρβα γάλα, λίγο σταρένιο αλεύρι λίγες
δραχμές.
Τελείωσε το γυμνάσιο, πήγε φαντάρος, τελείωσε και τη σχολή δημοσιογραφίας και
έγινε ένας διακεκριμένος πολίτης.
Η γυναίκα που του έδινε ψωμί στην Παραμυθιά, ήταν η μάνα του Στέφανου του
Σαράκη. Η πεθερά της Ιφιγένειας.
Με τόση φτώχεια, αυτά τα παιδιά, με τόσα βάσανα κατάφεραν να ανοίξουν τους
δρόμους της ζωής τους. Και ήταν πάντα έτοιμοι για θυσίες.Άνοιγαν δρόμοι πολλοί
τότε μπροστά τους. Ποιον θα ακολουθούσε ο κάθε ένας, ήταν δικός του
λογαριασμός. Όλοι ‘ήθελαν να φύγουν, όλοι ήθελαν κάπου να παν. Σαν να μη τους
χώραγε ο τόπος τους.
Ήταν όμως και το πάθος, να έρθουν στην Παραμυθιά από τα χωριά, από την
Παραμυθιά να πάνε στα Γιάννενα, από τα Γιάννενα στην Αθήνα, στην Αυστραλία,
στην Αμερική και την Ευρώπη. Να δουν κόσμους, να κυριέψουν κόσμους.
Για να σπουδάσουν τα παιδιά,οι μάνες έφερναν στην Παραμυθιά καλούδια για
πούλημα.
Στην πλάτη τα έφερναν, ζαλικωμένες τα κουβάλαγαν από το Σαλονίκη, τη Ρίζα και
τα χωριά της Σκάλας. Ξύλα, φουσκί, αυγά, κότες, μποστανικά.
Έτσι αυτοί που πήγαν κοντά, γύρισαν πίσω στα χωριά τους. Έμειναν σιακάτ΄ όσοι
έφυγαν κατά τη θάλασσα. Κάποιοι γύρισαν πίσω στα χωριά τους, για να φύγουν σε
λίγο οι νέοι, και να μείνουν μαυροφορεμένες οι γυναίκες σαν κουκουβάγιες, να
μοιρολογάν τη μοίρα τους τη μαύρη. Χωρίς άντρες χρόνια, χωρίς δικό τους
κουμάντο, κάτω από μια σκληρή πεθερά πέρασαν τα χρόνια τους. Και τώρα έμειναν
να περιμένουν τα Καλοκαίρια και τις Πασχαλιές να δουν στο σπίτι τους τα παιδιά
τους και τα εγγόνια τους. Και ως να έρθουν να φύγουν και να μείνουν πίσω με τον
πόνο στα χουλιάρι της καρδιάς.
Και αν τους έλεγαν να πάνε στα ξένα ακόμω και στην Αθήνα, δεν ήθελαν, πως θα
ζήσουν χωρίς αέρα στην Αθήνα, χωρίς κήπο, χωρίς τα τους.
Πως θα ζήσουν χωρίς τη ρόκα τους, χωρίς να ακούν τον κότσυφα να λαλάει, τον
κούκο να φέρνει την Άνοιξη, την κουκουβάγια να φέρνει το θάνατο, πως θα ζήσουν χωρίς να ακούν το αηδόνι
και την καρδερίνα;Εδώ θα πεθάνουν οι γέροι, κουράσθηκαν, είναι πολλά τα χρόνια κι ας περάσαν
γρήγορα.
Του Χρήστου Θωμά
(Από το αρχείο της Αλεξάνδρας Παυλίδου - Θωμά).
Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017
«H ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΙΣΗ ΚΑΙ ΙΣΟΤΙΜΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΑ».Ένα άρθρο για την "ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ" του Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
(Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη, Επιτ. Δικηγόρου και Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών)
Την όγδοη μέρα του Μάρτη, μέρα της
Άνοιξης γιορτάζουν όλες οι γυναίκες της οικουμένης. Μια ανεξόφλητη
παγκόσμια οφειλή, του μισού πληθυσμού της, στο άλλο μισό. Όμως τι άραγε γιορτάζουν;
Την ανεξαρτησία τους; την ισότιμη αντιμετώπισή της; την αναγνώριση των
δικαιωμάτων της ;
Βέβαια η γυναίκα του σήμερα δεν είναι
η γυναίκα του χτες, έχει όμως πολύ δρόμο να
διανύσει ακόμη. Δημιουργήθηκε από το Θεό κατά τη Γραφή
,από μία πλευρά του άνδρα για να τον συμπληρώσει, γιατί,
«ου καλόν είναι τον άνδρα μόνον, ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν…», να
είναι στο πλευρό του, συνεργάτης, σύντροφος, βοηθός και
συνδημιουργός.
Δυστυχώς δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, ότι και σήμερα υπάρχουν
γυναίκες που κακοποιούνται, αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης ακόμη
και αγοραπωλησίας.
Η σημερινή γιορτή καθιερώθηκε για να θυμίζει τις υποχρεώσεις όλων μας απέναντι στη γυναίκα. Να θυμίζει ,το σεβασμό και την αγάπη που οφείλουμε όλοι στο πρόσωπό της και τη στάση μας ως κοινωνία για τη δικαίωση των αγώνων της ,για ισότιμη αντιμετώπιση της.
Η σημερινή γιορτή καθιερώθηκε για να θυμίζει τις υποχρεώσεις όλων μας απέναντι στη γυναίκα. Να θυμίζει ,το σεβασμό και την αγάπη που οφείλουμε όλοι στο πρόσωπό της και τη στάση μας ως κοινωνία για τη δικαίωση των αγώνων της ,για ισότιμη αντιμετώπιση της.
Βέβαια η γυναίκα δίνει καθημερινά το παρών της και
αξιώνει την ανάλογη τιμή όλες τις μέρες του χρόνου.
Ας γιορτάσουμε λοιπόν κι εμείς μαζί της, τις
κατακτήσεις της, ας χαρούμε μαζί της τις επιτυχίες της ,ας αγωνιστούμε μαζί της
για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της και ας σταθούμε δίπλα σ’
όλες τις καταπιεσμένες γυναίκες του κόσμου.
Ας γιορτάσουμε τη Γυναίκα Μητέρα, τη Γυναίκα σύντροφο, τη
Γυναίκα αδελφή, τη Γυναίκα κόρη, τη Γυναίκα εγγονή, τη
Γυναίκα ερωμένη, τη Γυναίκα σύμβολο. Ας τη γιορτάσουμε Μητέρα,
την πιο γλυκιά μορφή της οικουμένης, του σύμπαντος κόσμου. Ας τη
γιορτάσουμε σύντροφο, συνοδοιπόρο της ζωής, συμμέτοχο της χαράς και
της λύπης συνδημιουργό της ζωής.
Ας τη γιορτάσουμε αδελφή, του ονείρου, της
αναζήτησης, της εχεμύθειας, των μυστικών της εφηβείας.
Ας τη γιορτάσουμε φίλη, τις ώρες του πόνου της
χαράς και του έρωτα.
Ας τη γιορτάσουμε κόρη, μικρή αγαπημένη,
κρυφή απαντοχή, και της ζωής συνέχεια.
Ας τη γιορτάσουμε εγγονή απαντοχή των γηρατειών μας συνέχεια
της ύπαρξης μας. Ας τη γιορτάσουμε ερωμένη, ιέρεια του πάθους, του
πόθου, της χαράς και της λύτρωσης.
Η Γυναίκα αποτελεί ένα μύθο και ένα
σύμβολο.
Είναι η τροφός των γενεών.
Ανέδειξε Μύστες, Ήρωες, Επιστήμονες, Στρατηλάτες, Ηγέτες
της προόδου, της Ειρήνης και της Ευημερίας.
Η γυναίκα υπήρξε και παραμένει το στήριγμα για
κάθε μεγάλο άντρα πίσω από τον οποίο θα τη βρούμε πάντα,
αλλά και για κάθε ταπεινό εργάτη.
Ας γιορτάσουμε τις γυναίκες που έγιναν φωτεινά
Σύμβολα, στη διαδρομή των αιώνων και ας δώσουμε επί τέλους
στη Γυναίκα τη θέση που της αρμόζει μακριά από ποσοστώσεις και
μικρόψυχα μερίδια στα κέντρα εξουσίας.
H γυναίκα είναι και πρέπει να παραμείνει ίση και
ισότιμη δίπλα στον άντρα.
Να μην αποτελεί το φύλο της αιτία κοινωνικού ή πολιτικού
αποκλεισμού της.
Στη σημερινή μέρα της γιορτής της, νοιώθω την ανάγκη να της
απευθύνω ένα εγκάρδιο χαιρετισμό με τα λόγια του Εθνικού μας ποιητή
Κωστή Παλαμά:
«
Χαίρε, , Γυναίκα Εσύ, Αθηνά ,Μαρία Ελένη, Εύα.
Να
η ώρα σου. Τα ωραία φτερά δοκίμασε και ανέβα
Καθώς
είσαι ανάλαφρη και πια δεν είσαι σκλάβα
Προς
τη μελλούμενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα
Κι
ετοίμασε τη νέα ζωή, μιας νέας χαράς υφάντρα
Κι
ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα
Και
πλάσε την πρωτόπλαστη, ω Αγάπη εσύ αρμονία
Εσύ
Ομορφιά, Σοφία εσύ Πειθώ και Παρθενία».
Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017
«Ακυβέρνητο όνειρο…» στίχοι της Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
Ακυβέρνητο όνειρο…
Συνέλλεξα λέξεις. Έγχρωμες πινελιές.
Κάποιες είχαν ονόματα πεζά
κι άλλες ποιητικότερα κι από τα
ποιήματα.
Τις έστησα στη σειρά
σαν στρατιωτάκια σε παρέλαση.
Ανθρωπάκια εργατικά...Αγάπες μοναδικές....
Σαν αυτές που ξέρουν να περιμένουν.
Τα χέρια ψάχνουν άσβεστη γραφή.
Να μ’ αγαπάς! Αν ερχόσουν ελεύθερο
ορθρινό
μου ανάβλεμμα,
στο άλμα του ποιητή θα είναι η γνώση μας!
θαλερό το αντάμωμα… Τα μάτια νυστέρι
του Έρωτα κι ακυβέρνητο όνειρο
η ελληνική ψυχή.
Πρώτη αιτία, οι στίχοι και μερικά
μυστικά
ξεδίψασμα με λιγοστό νεράκι.
Η αποδόμηση της απελπισίας είναι ζυγός
αριθμός...
διαθλάσεις στη μικρή διαλογιστική κερένια φλόγα..
θολά τοπία, του έρωτα πρόσωπα..
Με μουσική φλογέρας... Πόσο φως!
Ομολογίες κι απανθισμένη χρήση επιρρημάτων.
Μια σκηνή μαγική το σύννεφο... Με Πινελιές αφαιρετικές,
στη στάμνα, στον καπετάν Ανδρέα, σε ρωμιοσύνης ιερά...
Φύλαξέ τα , αγαπημένη μου Ελλάς!
Στην αρχή ήταν το χάος... και οι σωτήριοι στίχοι
της Πολύμνιας.
Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
Τρίτη 7 Μαρτίου 2017
«ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΣΤΕΙΛΑ ΠΟΤΕ» της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη. Αφιέρωμα στο Νίκο Καζαντζάκη.
![]() |
(Ως «Έτος
Νίκου Καζαντζάκη» κήρυξε το υπουργείο Πολιτισμού το 2017, καθώς συμπληρώνονται
60 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Κρητικού διανοητή, παγκόσμιας εμβέλειας. Οι
επιστολές που ακολουθούν, είναι ανέκδοτες
επιστολές, από το προσωπικό μου ημερολόγιο
1980-1981).
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
1η επιστολή
Αγαπημένε μου παππού!
Νιώθω μεγάλη χαρά που κινώ για ένα
δύσκολο σκοπό κι έχω γύρα μου συνεργάτη φλογερό και τίμιο∙ να με καθοδηγεί και να γαληνεύει τις
φουρτούνες μου να μη με καταπνίξουν∙ να
με κρατά στο δρόμο, σπιρουνίζοντας κάθε τόσο το μυαλό να μη το αποβλακώνει η
σιγουριά και η βεβαιότητα.
Με σπιρουνίζεις, παππού. Με
σπιρουνίζεις, να ανακαλύπτω τα μονοπάτια του Θεού που δεν αφήνουν τη ψυχή να
σαπίσει. Μου κρατάς το χέρι. Προχωρούμε. Δε σταματάς καθόλου να με καθοδηγείς.
«Μη φοβάσαι τη φτώχια, τη γύμνια, φτάνει
να ‘χεις καλό συντρόφι» μου λες. Κι εγώ
σ’ ακούω και ραγίζω από συγκίνηση. Καταλαβαίνω
πως με τα δάκρυα δεν μπορώ να γυρίσω τους νερόμυλους του Θεού, να σπάσει το στάρι και να ζυμώσω
ψωμί. Έτσι, σταμάτησα πια να κλαίω. Τα δάκρυα μούλιασαν τις πληγές μου∙ άνοιξαν το καύκαλό τους κι αφόρμισαν το «είναι» μου. Εκείνο που
προσπαθώ, είναι να κρατήσω κατάκαρπο το
δέντρο της εφηβικής μου άνθησης. Κι ας
βλέπω το βαθύσκιωτο κι αγέλαστο πρόσωπο της κοινωνίας… Κι ας παίρνω την ακαταλαβίστικη απάντηση του πατέρα «γιατί
είναι μαύρη η καρδιάς της κουτσουπιάς…» στο ερώτημά μου: «Γιατί δεν γελάει τ’ αχείλι σου, πατέρα;».
Τότε,
θυμάμαι τα λόγια σου: «Τρέξε να προφτάσεις την αρχή της τελετής…» κι
αφήνομαι να σου εμπιστεύομαι όλα τα
μυστικά μου!..
26 Οκτώβρη 1980
Μαρία Κολοβού
2η επιστολή
Αγαπημένε μου παππού!
Σήμερα επέστρεψα μούσκεμα απ’ το
σχολείο. Ο καιρός, μέρες, τώρα, έχει φανερώσει τις άγριες διαθέσεις του και ο
χειμώνας έχει δείξει επανειλημμένως τα λυμασμένα δόντια του. Κάνει αφόρητο
κρύο.
Η μάνα, πριν φύγει για τις δουλειές στα
χωράφια, ετοίμασε φαγητό. Έφαγα τηγανητές πατάτες μ’ αυγά. Οι πατάτες ήταν παγωμένες και τα αυγά είχαν γίνει σαν πλαστελίνη. Από την πείνα
μου, έφαγα αδιαμαρτύρητα...
Άναψα το τζάκι. Γέμισα τα παχνιά των
αλόγων με σανό. Τάισα τα κλωσσόπουλα.
Ετοίμασα τροφή στα χοιρινά. Πριν νυχτώσει, είχα τελειώσει όλες τις δουλειές που μου είχαν αναθέσει οι γονείς. Επιστρέφοντας, άναψα την
λάμπα πετρελαίου και ξεκίνησα τη μελέτη.
Ανοίγω το τεφτέρι μου. Σκύβω μέσα μου κι
ανατριχιάζω. Συνεχώς, ξεπετιούνται όλοι εκείνοι οι αιμοβόροι κουρσάροι της
θάλασσας του νου. Καθώς είναι
πολεμοχαρείς, δεν μπορεί να τους
σταματήσει μήτε φόβος Θεού, μήτε οργή ανθρώπου. Περνούν αντάρτικα απ’ το
εργαστήρι της πένας σου για να τους πλανίσεις. Κάθονται πλάι σου. Μέσα σε χιλιάδες χειρόγραφα ξεσκεπάζουν τη μορφή σου. Τότε το αίμα
χουρχουρίζει στο κεφάλι μου και πλάθει εικόνες. Σε φαντάζομαι βρακοφόρο, με
πρόσωπο γεμάτο φέγγος που αδημονεί ν’ αγγίξει την τελειότητα. Η ψυχή μου σμίγει
με τη δική σου φωνή και σ’ ονειρεύομαι να μέλπεις το αγαπημένο σου τραγούδι, ανεβαίνοντας το
στρατί προς το κάστρο. Τότε αρχίζω, σαν
νανούρισμα, να τραγουδώ:
Σπυρί πιπέρι έσπειρα / στης Μαργαρώς τα
χείλη / κι εκείνο πυκνοφύτρωσε / γίνη δεντρί μεγάλο. / Ρωμαίοι το θερίζουνε /
Τούρκοι το κουβαλούνε / και η Μαργαρώ τ’ αλώνιζε / στο άλογο καβάλα.
Η φωνή σου καμπανίζει το δρόμο μου. Πάνω
της εμπιστεύομαι όλες τις χαρές και τις πίκρες μου∙ τις μυστικές λαχτάρες και
τα αναπάντητα ερωτηματικά. Σφίγγω στη φούχτα δυο δράμια χώμα και λέγω: Δε θέλω
να γίνω χώμα. Θέλω να γίνω καρποφόρο δέντρο, να ταΐσω την πεινασμένη σκέψη μου.
Μαζεύω τα σύνεργά μου. Ρίχνω μια στερνή
ματιά γύρω μου και φυλακίζω κοντά μου τη
θέληση που με κρατά όρθιο… Ακουμπώ πάνω
σου τις φυλλάδες μου και σου σιγοψιθυρίζω τις έγνοιες της μέρας. Προσεύχομαι στον Αι- Μηνά γιατί είναι ο
καπετάνιος του Μεγάλου Κάστρου. Σφίγγω στη γροθιά μου πικραμύγδαλα, τα κάνω σκόνη. Τρίζω τα δόντια να μαλακώσει η
φουρτούνα μου…
Φλεβάρης 1981
Μαρία Κολοβού
3η επιστολή
Αγαπημένε μου παππού!
Χθες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα. Είδα, λέει,
πως ήσουν ασκητής κι ανέβαινες την
κορυφή του Ψηλορείτη να συναντήσεις τους αετούς. Προχωρούσες αγέρωχος.
Ακούραστος. Έχοντας στραμμένο το ολοφώτεινο πρόσωπό σου στον ήλιο. Προχωρούσες
ανάμεσα σε πρίνους,
κυπαρίσσια, σκίνα και λιόδεντρα. Πλάι, ανθισμένα κυκλάμινα, κεφαλάνθηρα
και λυπητερά. Χασμόφυτα και πετρομάρουλα
σκέπαζαν το μούτρο του βουνού. Ο δίκταμος
και η ρίγανη ευωδίαζαν παντού τη
ματωμένη γη της Κρήτης.
Ανέβαινες… Ανέβαινες… Όλο ανέβαινες…
Όταν έφτασες στην κορφή, η σάρκα σου
έγινε διάφανη. Το πρόσωπό σου πήρε θεϊκή
λάμψη και μεταμορφώθηκες σε φως. Μόνο φως. Έγινες Ήλιος!
Τότε με είδα να έχω ξεφύγει από το
σμήνος των αετών που συνάντησες. Άρχισες
να με ψάχνεις. Πήρες το δρόμο της ατέρμονης αναζήτησης μεταμορφωμένος σε αετό
με γαλανόλευκες φτερούγες. Πάσχιζες να με βρεις…
Με συνάντησες στα ριζά του βουνού, μέσα σε ατέρμονη μοναξιά και θλίψη.
Τσαλαβουτούσα στα λασπόνερα∙ γευόμουν το
νερό από τη θολωμένη γούρνα των ανθρώπων. Έπινα σιωπηλά στρέφοντας τα μάτια μου στον ουρανό. Με πλησίασες:
-Τι κάνεις εδώ μοναχικό αετόπουλο; Τι τα
‘χεις τα φτερά σου; Ρώτησες.
Σε κοίταξα μελαγχολικά, γεμάτος δέος.
Μέσα απ’ το γαμψό ράμφος μου δεν μπορούσε
να βγει μήτε κραυγή, μήτε φωνή. Με τη σιωπή μου διαισθανόσουν την θλίψη
μου.
-Έλα, μου ‘πες, εκεί πάνω σε περιμένουν
τ’ αδέλφια σου! Και μου έδειξες τους ελεύθερους αετούς του Ψηλορείτη που
πετούσαν μεσούρανα.
Τότε μίλησα μ’ ανθρώπινη φωνή και με δάκρυα στα μάτια απάντησα ποιητικά:
Εκεί που ζεις με τους αητούς/ Αητέ μου,
εγώ ποτέ δεν φτάνω/ Στο δρόμο προς τον ουρανό /Τη δύναμή μου χάνω. / Είσαι της
Κρήτης αετός/ Κι ούλης της οικουμένης/ Εσύ πετάς πάντα ψηλά/ Και στα ψηλά θα μένεις! / Άσε με δω στα
χαμηλά/ Για να σε αγναντεύω/ Στις
τροφαντές φτερούγες σου/ Το όνειρο να δένω…
Το πρωί, είπα το όνειρο στη μητέρα. Μου απάντησε
πως τα
όνειρα είναι οι μυστικοί οδηγοί μας και πρέπει να τα εμπιστευόμαστε. Τότε
άρχισα να της απαγγέλω λόγια δικά σου: «Ερχόμαστε
από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό
διάστημα το λέμε Ζωή. Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι,
οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου. Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με
χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ’ έργα
μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου
-Βοήθεια! φωνάζει και μαζώχνω τη δύναμή μου κι αφουκράζομαι. Όλη η καρδιά μου γίνεται μια κραυγή. Ακούμπησε
απάνω στο στήθος μου να την ακούσεις…».
Η μητέρα
ακούμπησε στο στήθος μου. Συγκινήθηκε
και είπε:
«Μεγάλα λόγια, τούτα,
παιδί μου! Ποιος μεγάλος δάσκαλος σου τα μαθαίνει;»
«Ο Καζαντζάκης!»
απάντησα με περηφάνια.
Μάρτης 1981
Μαρία Κολοβού
4η επιστολή
Αγαπημένε μου παππού!
Σήμερα ξημερώνει Σάββατο. Οι αλλόκοτοι
αστερισμοί με τα σφυριά και τα δρεπάνια,
τα κόκκινα ματωμένα αστέρια που φωσφόριζαν επανάσταση ζωής, απόψε ξεθώριασαν.
Μολύνθηκαν από εμφύλιες συγκρούσεις. Καλύφτηκαν τα συνθήματα με διφορούμενες σκέψεις.
Ο ουρανός είναι γκρίζος. Τα ρουθούνια και τα στόματα στους
δρόμους καπνίζουν μολεμένο καπνό. Η
κόκκινη πλατεία ορφάνεψε. Οι μικρόσωμοι κινέζοι έχουν απλώσει τις πραμάτειες
τους δίχως παράσημα στο στήθος. Η χώρα
των Θεών κλαίει για τον θάνατο ενός αθάνατου. Τις επιστολές δεν τις στέλνει πια
ο αγγελιοφόρος Ερμής. Τα γράμματα έχουν απογίνει παιχνίδια παρηγοριάς για μας
τους θνητούς.
Τόσο μαρτύριο στον κόσμο… Ποιος ο σκοπός; Μη με ρωτάς. Κανείς δεν ξέρει.
Ακόμη κι ο Θεός, δεν ξέρει. Αν ήξερε, θα είχε δώσει τη λύση. Ακολουθεί κι Αυτός
μαζί μας αντιστεκόμενος τη βεβήλωσή του. Η πείνα, η φτώχια, η αδικία και το
σκοτάδι της καρδιάς παίρνουν μορφή. Γίνονται διαμελισμένα σώματα, σκελετωμένα
κορμιά και κραυγές αγωνίας…
Κάποιος μέσα μου αγωνίζεται και φωνάζει: «Κάθε
άνθρωπος, κάθε λαός, σηκώνει στον ώμο του το σταυρό του. Οι πιο πολλοί τον
κουβαλούν ως να πεθάνουν και κανένας δεν βρίσκεται να τους σταυρώσει. Χαρά σε
όποιον σταυρωθεί γιατί αυτός μονάχα θα χαρεί ανάσταση».
Ο πατέρας γύρισε μουσκεμένος απ’ τις δουλειές
στα κτήματα. Κουβαλάει στην πλάτη του τη ζωή.
Σπάει τη πέτρα και φυτεύει περιβόλια. Προσεύχεται στον άγιο του να φέρει
πλούσια σοδειά.
Συχνά
με μαλώνει επειδή μελετάω ως αργά τα βράδια και τελειώνω το πετρέλαιο
της λάμπας. «Πρέπει να κάνεις οικονομία…», λέει, και τον ακούω να διαμαρτύρεται απευθυνόμενος στη
μητέρα: «Οι γυναίκες δεν πρέπει να μαθαίνουνε πολλά γράμματα. Γίνονται
κουμουνίστριες. Αλλάζουν αγαπητικούς. Θα τη σταματήσω απ’ το σχολειό…».
Πήγα στο εικονοστάσι κι άναψα το καντήλι. Κατέβασα τη στεφανοθήκη
με τα στέφανα της γιαγιάς κι έβαλα μέσα το γράμμα που έγραψα για σένα για να μη
το βρει ο πατέρας. Θα τ’ αφήσω εκεί μέχρι ν’ αλλάξει γνώμη. Πλάι στον Εσταυρωμένο
ίσως κάποια στιγμή γνωρίσει ανάσταση….
Μάρτης 1981
Μαρία Κολοβού
5η επιστολή
Αγαπημένε μου παππού!
Έχω καιρό που κάθομαι τις νύχτες και σου
γράφω. Όμως, μου είναι αδύνατον να σου ταχυδρομήσω τις επιστολές. Οι
συνεχιζόμενες μετακινήσεις σου με αποπροσανατολίζουν. Δεν
έχω συστάσεις σου και παγιδεύομαι στην ελπίδα πως κάποτε θα σε συναντήσω για να τα πούμε
από κοντά. Εκείνο που κάνω, είναι, να καταχωνιάζω τα γράμματά μου
μέσα στο εικόνισμα με τα στέφανα της γιαγιάς. Φοβάμαι μη τα ανακαλύψει ο
πατέρας και με πάρει για αλαφροΐσκιωτη.
Μη μολογήσει πως ομιλώ με φαντάσματα και με κλείσει στην απομόνωση…
Πριν λίγες μέρες, οι γονείς, αποφάσισαν
να βάψουν τη σάλα. Θέλουν, λένε, να φρεσκάρουν
το σπιτικό και να ξαραχνιάσουν τη σκεπή
με τα εικονίσματα. Τότε θυμήθηκα τον κρυμμένο μου θησαυρό…
Έβγαλα τα εικονίσματα και τα στέφανα της
γιαγιάς. Τα ξεσκόνισα, άνοιξα προσεκτικά
τη στεφανοθήκη και σε κράτησα στα χέρια μου… Ένιωσα κάτι να μου ταρακουνάει το μυαλό. Ανακάλυψα τη
μυστική δύναμη που χρόνια κρυβόταν στα κατάβαθα της ψυχής μου.
Πλημμύρησες τα σωθικά μου, παππού! Με
συγκίνησες και με ωρίμασες. Σταμάτησα να φοβάμαι τις απειλές και τις φοβέρες. Έτσι, πήρα την απόφαση να μην αφήσω το νου να κιτρινίσει μαζί με τις ανεπίδοτες
επιστολές στο πέρασμα των χρόνων.
Θα κάνω οικονομίες από το λιγοστό
χαρτζιλίκι μου. Θα ζωγραφίσω το πορτρέτο
σου. Θα το τοποθετήσω σε περίοπτη θέση.
Θα τακτοποιήσω ονειρικά πλάι του τις επιστολές και θα στις αναγνώσω. Θα πάρω θαρρετά
τα χειρόγραφά σου, θα καθίσω στο παραγώνι
μαζί με τον πατέρα. Θα του μιλήσω
σταράτα για τον μεγάλο μου σεβντά κι έπειτα
θα του τραγουδήσω το αγαπημένο σου
τραγούδι για να του γαληνέψω την ψυχή:
Σπυρί πιπέρι έσπειρα
στης Μαργαρώς τα χείλη
κι εκείνο πυκνοφύτρωσε
γίνη δεντρί μεγάλο.
Ρωμαίοι το θερίζουνε
Τούρκοι το κουβαλούνε
και η Μαργαρώ τ’ αλώνιζε
στο άλογο καβάλα.
Μάιος 1981
Μαρία Κολοβού
|
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

