Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

«AΛΦΕΣ» απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη

Το αγνάντι των ονείρων
ΑΛΦΕΣ

      .....Μια κόρη κάθεται κι αγναντεύει τη ζωή σε ξύλινο πορτόνι. Βλέπει τον ήλιο, τα δέντρα, τα πουλιά, τα λουλούδια κι αισθάνεται τη θέρμη τους, το θρόισμά τους, το άρωμά τους, τις μουσικές τους να της αγγίζουν την ψυχή. Πόσο όμορφα είναι όλα τούτα πλασμένα!
Κάθεται και στοχάζεται μέσα στην αρμονία της φύσης, στην γαλήνη, στην ηρεμία, στην ανθρώπινη ερημιά και στη σιωπή. Φυτεύει τον σπόρο των ονείρων της μέσα σε ρόδινες αυγές και μενεξεδένια ηλιοβασιλέματα. Σ’ εκείνο το ξύλινο πορτόνι φουντώνουν τα παιδικά της όνειρα. Σ’ εκείνο της φτώχιας το σκαλί, κάθεται κι ανοίγει τ’ απόσκια της καρδιάς της και κρυφά χαράζει δρόμους. Δρόμοι ανοίγονται και ξανανοίγονται στη σκέψη της. Δρόμοι απέραντοι, αχανείς και γίνεται ένα μαζί τους. Γίνεται κι αυτή δρόμος να περπατήσει και να περπατηθεί, να γνωρίσει και να γνωριστεί, να ταξιδέψει και να ταξιδευτεί. Να φύγει, να χαθεί μαζί τους, να δει τι θα γενεί!
Μια κόρη γράφει και διαβάζει κάνοντας τα δυο της γόνατα τραπέζι ν’ ακουμπά. 
Από την καλαμοσκεπή στάζει η βροχή σταλαγματιά - σταλαγματιά και της λεκιάζει τ’ αλέκιαστο τετράδιο. Θλίβεται για τη φτώχια της, μα ξέρει πως απ’ την φτώχια θα πρέπει να πάρει δύναμη και να γίνει δυνατή.
To παραθύρι των αναμνήσεων
Σκίζει τον λεκέ κι αρχίζει να ξαναγράφει. Θέλει να κρύψει την φτώχια της, την θέλει μοναδικό βίωμά της, δεν την μοιράζεται με κανέναν, την κρατεί κλειδωμένη στα φυλλοκάρδια της.  
Γράφει και διαβάζει δυνατά να τ’ ακούσει, να το νιώσει: πως αυτή δεν είναι ζωή που ζει, πως θέλει να την αλλάξει. Τότε την πιάνουν τα κλάματα. Τα μάτια της θολώνουν. Δεν βγάζουν τα γράμματα που γράφουν τα βιβλία … 
           Κάθεται κι ονειρεύεται πιάνοντας με τα δυο χέρια το κεφάλι της, λες κι εκείνη η πίεση των δαχτύλων της θα διεγείρει τα νεύρα της σκέψης... Το βλέμμα της χαμένο στο κενό. Στο άπειρο. Η σκέψη ταξιδεμένη δεν βρίσκει λιμάνι να σταθεί, απάγκιο να κουρνιάσει. Μέσα στη δίνη των ονείρων της, μέσα σ’ εκείνο τ’ ανακάτωμα των σκέψεων, στήνει θαυμαστά σκηνικά, ταινίες που την ταξιδεύουν. Και ταξιδεύει μ’ όλη της την ψυχή, με όλη της την ύπαρξη. Θριαμβεύει για μια στιγμή κι απότομα, το σκηνικό γκρεμίζεται πάνω στο ίδιο της το κεφάλι. Νοιώθει να θάβεται κάτω από τα ερείπια των ονείρων της κι ένας πόνος, μια σουβλιά στην καρδιά την κάνει ν’ αναστενάζει. Ο πόνος την γεμίζει με δάκρυα..!Τότε απελπισμένη ζητά μια συμβουλή από της μάνας της το στόμα κι η μάνα της κάθεται πλάι της κρατώντας την στην αγκαλιά της κι αρχίζει να της μιλά:
«Μην κλαις παιδάκι μου γλυκό, μην κλαις, γιατί τα δάκρυά σου τρέχουν καυτά και καίγεται η καρδιά μου. Μπροστά σου ορθώνεται η ζωή κι εσύ με μιας θέλεις να την κερδίσεις; Μα, με μια τσεκουριά δεν κόβεται το δέντρο της ζωής. Θέλει πολύ αγώνα. Για κοίτα τούτα τα χαρτιά … τούτες τις άλφες … Τι γράφουνε; Μην τις κρατάς κλειστές παιδάκι μου. Διάβασε! Διάβασε και γράφε! Το διάβασμα και το σχολειό θα σου αλλάξουν τη ζωή. Αυτά θα σου ανοίξουνε τα μάτια. Εμένα η αμάθεια με στράβωσε. Με έκανε τυφλή. Όσο κι αν έψαξα να βρω τη ζωή ή να την συναντήσω, αυτή ήταν για μένα άφαντη. Μα και μπροστά μου να ‘ταν, πάλι δεν θα την έβλεπα. Έτσι πέρασα τα χρόνια μου ακολουθώντας μόνο τον ίσκιο της. Διάβασε παιδάκι μου! Διάβασε να ‘χεις την ευχή μου και δεν θα πας χαμένη. Μπορεί να  είμαστε φτωχοί, αλλά η μοίρα του καθενός δεν είναι φτωχή. Κρατεί το σακούλι της γεμάτο και μοιράζει στον καθένα ό,τι του αξίζει. Παίρνει απ’ αυτούς που την κλωτσούν και τα δίνει σε αυτούς που την ασπάζονται. Κι εσύ καθημερινώς την αναζητάς και είσαι έτοιμη να την ασπαστείς. Διάβασε παιδάκι μου! Διάβασε και γράψε! Και ξεσκόνισε τούτα τα χαρτιά … Τούτες τις άλφες ..!».
Τότε η ζωή άρχισε να παίρνει μορφή στο πρόσωπο της κόρης,  να την κοιτάζει με τα δυο της μάτια, έτοιμη να την αρπάξει.Την οραματίζεται να προχωρούν μαζί κι ας είναι η φτώχια κι ο πόνος, η μοναδική της αλήθεια. Ξέρει πως ο πόνος είναι παντού, πως τον συναντούν, τον βλέπουν, τον γνωρίζουν, τον ακούνε, τον αγγίζουν και τον γεύονται όλοι. Ξέρει πως δεν μπορεί να του ξεφύγει κανείς γιατί βρίσκεται παντού και για πάντα. Έχει καταντήσει τόσο οικείος κι είναι βίος καθημερινός. Κι η κόρη ξανάρχισε να γράφει και να διαβάζει κάνοντας τα δυο της γόνατα τραπέζι ν’ ακουμπά. Και με την παγωνιά παγώνανε τα δάχτυλά της και με τη βαρυχειμωνιά πάλι από την καλαμοσκεπή έσταζε η βροχή σταλαγματιά-σταλαγματιά και της λέκιαζε της ψυχής το αλέκιαστο τετράδιο.
Μερόνυχτα σκυμμένη πάνω απ’ τα βιβλία της μελετούσε τις ονομαζόμενες από την μάνα της «Άλφες». Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, οι εποχές και διαδεχόταν η μια εποχή την άλλη βρίσκοντας την κόρη να παλεύει να κερδίσει τ’ όνειρά της. Κάτω απ’ τ’ αναμμένο φαναράκι της μελετούσε τα παγερά χειμωνιάτικα βράδια και καθώς πάγωναν τα ακροδάχτυλά της προσπαθούσε με την ανάσα της να τα ζεστάνει. Η μάνα της κουβαλούσε κάρβουνα σε τσίγκινο πιατάκι και τα ‘βαζε μπροστά στα γόνατά της για να ζεσταθεί. Έτσι πέρασαν δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, απ’ τα οποία τα δώδεκα σκυμμένη πάνω στα χαρτιά μελετώντας στο μισοσκόταδο. Καθώς έπιανε η Άνοιξη και γλύκαινε ο καιρός, έξω έβγαινε, στο ξύλινο πορτόνι. Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού η μελέτη ήταν πιο εύκολη γιατί εκείνο το φως λαμπρότερο ήταν από το φως του φαναριού της. Καθρέφτιζε τις «Άλφες» της κι ονειρευόταν ακούγοντας το μοναχικό τραγούδι του γκιώνη.
Με ένα κομμάτι χαρτί μοιραζόταν τον πόνο της κι έβρισκε παρηγοριά.
Τον πέμπτο μήνα του δέκατου όγδοου χρόνου ξεχώρισε από μακριά το τρένο της ζωής που ερχόταν για να την πάρει από το χέρι. Μην μπορώντας έτσι να φύγει, χωρίς να ζητήσει παρηγοριά κι απ’ του πατέρα της το λόγο, κάθισε πλάι του ζητώντας του να της μιλήσει. Οι πόρτες της καρδιάς του άνοιξαν και η χαρά του φτερούγισε ως τα ουράνια και δάκρυα κύλησαν μέχρι τα στήθη του. Μα καθώς έβλεπε πως η κόρη του σε λίγο θ’ άνοιγε φτερά, μια θλίψη άγγιξε την ψυχή του και οι μύες του προσώπου του συσπάστηκαν.


Ο  τόπος που μ’ ανέθρεψε 
του ήλιου είναι πατρίδα
κι όπου αλλού περπάτησα
τέτοια ομορφιά δεν είδα!!!!

Ανθίζουνε στο πλάι του
χιλίων λογιών λουλούδια
θυμιάματα κι αρώματα
σκορπούν τα λάγνα γιούλια!!!!


 Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη

«Πώς θα μπορέσεις να φύγεις από τούτο τον τόπο που σε ανέθρεψε; Ξέρω πως πολλές ήταν οι μέρες του πόνου και της μοναξιάς που σκόρπισες σε τούτες τις λοφοσειρές. Σήμερα πρέπει να ξεριζώσω απ’ την ψυχή μου κάθε σκέψη και να στην χαρίσω για να ‘χεις δυο ψυχές να σε ακολουθούν. Η μια είναι η δική σου κι η άλλη του πατέρα σου τού δυστυχή. Βλέπω το τρένο της ζωής να σε πλησιάζει κι εσύ πρέπει ν’ ανοίξεις τα φτερά σου. Φοβάμαι όμως πολύ! Ανησυχώ για σένα! Εγώ γράμματα δεν έμαθα πολλά, αλλά ο Θεός μου χάρισε ένα μεγάλο μάτι στην ψυχή που βλέπει και διαβάζει τις ψυχές των ανθρώπων. Μ’ ευχαρίστηση θα σου ‘δινα όλα όσα έχω εδώ μέσα». Έτσι είπε και χτύπησε με δύναμη το στήθος του. Άνοιξε λοιπόν τα φυλλοκάρδια σου, μιας και μου ζήτησες το λόγο και πάρε ό,τι σου δώσω.
Το μυρμήγκι σαν θελήσει να χαθεί κάνει φτερά και χάνεται. Όλο και κάποιο σμήνος από πεινασμένα αγριοπούλια θα βρεθεί στο δρόμο του, έτοιμο να το κατασπαράξει και να χορτάσει την πείνα του. Ένα μυρμήγκι μικρό είσαι κι εσύ που τώρα αρχίζουν να φαίνονται τα φτερά σου. Μέχρι να ‘ρθει ο καιρός σου να πετάξεις, πρέπει να μάθεις πολλά. Πρέπει να πάρεις μαζί σου όλα όσα σου έδωσε τούτο το μικρό κομμάτι γης και να μην ξεχάσεις την καταγωγή σου, για να προσγειωθεί το μυρμηγκάκι που ζει μέσα σου, ομαλά. Χωρίς τη φωλιά σου όλα παντού θα είναι παγερά.
Παιδί της τέταρτης γέννας μου. Παιδί μου αγαπημένο! Φόρτωσες τ’ όνειρά σου και περιμένεις το τρένο της φυγής. Μα τώρα που ‘ρθες να σου μιλήσω, θα σου πω όσα η γλώσσα της ψυχής θα ‘θελε ν’ αρθρώσει. Αισθάνομαι πως μεγαλώνω ακόμα πιο πολύ που μένω με τη μάνα σου μονάχος. Το βλέπω στα μάτια σου πως η προθυμία σου για φυγή έχει απλώσει πανιά και περιμένει τ’ αεράκι εκείνο που θα σε πάρει μακριά μου. Πως μπορείς ν’ αφήσεις τα κοπάδια μας, τα ζωντανά μας, τους σιτοβολώνες μας, τους αμπελώνες μας, τους ελαιώνες μας, τους κήπους μας με τα λαχανικά και τα οπωροφόρα μας; Δυο – δυο με αποχαιρετούσαν τα χέρια και μου ‘χαν απομείνει μόνο τα δικά σου. Και τώρα, περιμένουν κι αυτά να απλωθούν, να μ’ αγκαλιάσουν και να μ’ αποχαιρετήσουν..! Οι μέρες που θα σ’ ακολουθούν θέλω να σε γυρίζουν πίσω, να βλέπω πως μέσα σου τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ο καλός κόσμος είσαι εσύ. Μπορείς να τον ανακαλύψεις μέσα σου.
Αχ παιδί μου αγαπημένο! Ποιος θα μας κρατεί συντροφιά σε τούτο το φτωχοκάλυβο;
Προσπάθησα μέσα απ’ τις γεννήσεις μου να βρω αντικαταστάτη, να διώξει τη μοναξιά μου, να γίνει αφέντης στον τόπο μας· και τώρα που έφτασα ως εδώ φοβάμαι τη μοναξιά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Πάλι θα μείνω μόνος. Το βλέπω..! Μήπως στο φως του φεγγαριού καθρεφτίστηκε για σένα η πόλη που ονειρεύτηκες; Μήπως το κλαψοπούλι άγγιξε τις χορδές της καρδιά σου και τραγουδάει τώρα παράτονα τραγούδια;
Ξέρω πως η σιωπή είναι θησαυρός και πιστεύω πως η δική σου μοναξιά έκανε συντροφιά με τη σιωπή και η σιωπή σ’ ορμήνεψε. Αν είναι τούτη η μέρα που πρέπει να σου μιλήσω, δεν ξέρω ακόμη τι να σου πω. Θα ‘θελα η γλώσσα και τα χείλη μου να δώσουν φτερά στην ψυχή μου κι οι λέξεις μου να ταξιδέψουν σε σωστή διαδρομή.
Πολλά απ’ όσα έχω στην καρδιά μου είναι ανείπωτα. Δεν ξέρω πώς να κουμαντάρω την φωνή μου για να ακουστούν τα λόγια μου όμορφα και να σου αγγίξουν την ψυχή. Αν μπορούσα να σε καθυστερούσα στο φευγιό θα το ‘κανα με μεγάλη χαρά· αλλά φοβάμαι μήπως κρατώντας τη χαρά μου σου στερήσω τη δική σου χαρά.
Είσαι ο ήλιος που ζεσταίνει την παγωνιά μας, μας δίνεις τη δύναμη και ονειρευόμαστε. Είσαι το πολυαγαπημένο μας παιδί που με τόσα παρακάλια στον άγιο και προστάτη μας, ήρθες στη ζωή. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τη ζωή μακριά σου. Σε αγαπάμε πολύ, αλλά η δική μου αγάπη βουβή, κρυμμένη κάτω από το πέπλο της ψυχής μου, φοβούμενος μήπως έπαιρναν τα μυαλά σου αέρα και δεν είχες το φόβο της σύνεσης.
Τα ίδια δάκρυα που έχεις εσύ χυμένα, τα έχυσα κι εγώ· μόνο που τα δικά μου δεν πότισαν τη ψυχή κανενός. Το βλέπεις τούτο το μαχαίρι; Το έχω φορεμένο πάντα στο ζωνάρι μου. Με τούτο ξορκίζω το κακό. Ως τώρα πίστευα πως «ο φόβος φυλάει τα έρημα» και τώρα που θα μείνω μόνος φοβάμαι για σένα.
Θα ‘ναι ανώφελο να προσπαθήσω να σε κρατήσω με το ζόρι. Ξέρω πως και να σε φυλάκιζα, η ψυχή σου θα ‘ταν ελεύθερη. Θα ταξίδευε αλλού μαζί με τα όνειρά σου. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν κάνεις, να ‘σαι πάντα εκείνη που ξεκίνησε από αυτό το φτωχοκάλυβο. Γιατί τούτο έχει μόνο αξία: «Να αναγνωρίζεις πως δύσκολα ανεβαίνεις την ανηφοριά κι εύκολα την κατεβαίνεις».
Κι η κόρη καθόταν πλάι του αμίλητη κι άκουγε τ’ όσα είχε ο πατέρας να της ειπεί. Κι όσο δεν μιλούσε, τόσο εκείνος μιλούσε γι’ αυτήν:
«Όταν η ζωή σε καλεί δεν μπορείς να την αγνοήσεις. Είναι καθήκον σου να την ακολουθήσεις τηρώντας τις υποδείξεις της. Μπορεί να σε περάσει από χίλια κύματα. Να δοκιμάσει τις αντοχές σου. Να σε θερίσει, να σ’ αλωνίσει, να σ’ αλέσει στο μύλο, να σε κάνει σκόνη, να σε ζυμώσει, να σε δώσει στον κόσμο για να χορτάσει την πείνα του και μετά να σε πετάξει σαν λεμονόκουπα στον κάδο των αχρήστων. Κι εσύ πρέπει να είσαι δυνατή. Να ξέρεις τι θα δώσεις και τι θα κρατήσεις για σένα. Αν δεν έχουν δυναμώσει αρκετά τα φτερά της ψυχής φοβάμαι πως ο άνθρωπος αποτυγχάνει …
Kι όλα αυτά σου τα λέω από αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τη ζωή, ν’ ακολουθήσεις πιστά τις υποδείξεις της. Θα ήταν άδικο να σου στερούσα το χορό της. Ως τώρα έχεις μάθει τα βασικά βήματα. Μπορείς ν’ αυτοσχεδιάσεις και να χορέψεις το μοναδικό δικό σου ρυθμό.
Συγχώρα με! Είμαι πολύ μπερδεμένος. Δεν ξέρω αν λυπάμαι ή αν χαίρομαι τώρα που ανοίγεις φτερά. Η μεγαλύτερη έγνοια μου, πίστεψε με, δεν είναι τα κτήματα, ούτε τα ζωντανά. Η μεγαλύτερη έγνοια μου είστε εσείς, οι κόρες του πατέρα. Τέσσερα θηλυκά αραδιασμένα στη σειρά, πως θα μπορούσα να σας γλιτώσω από τα αδηφάγα μάτια των σερνικών. Τον ίδιο φόβο έχει κι η μάνα σας ή μάλλον φοβάται περισσότερο τ’ άγρια ξεσπάσματά μου και λιγότερο εσάς.
Ποτέ δεν ακούσατε ένα παίνεμα από το στόμα μου από φόβο μήπως έπαιρναν τα λογικά σας αέρα και τραβούσατε δρόμο λωβό. Το βλέμμα μου αγριωπό σας προκαλούσε φόβο.
«Ο φόβος φυλάει τ’ έρημα» έλεγα. Άλλες ξελογιάζονταν στου έρωτα τα δίχτυα κι εγώ ξεσπούσα πάνω σας σαν μανιασμένο λιοντάρι, από τις ανασφάλειες και τα τραύματα που είχα από παιδί.
Η αγάπη που είχα για σας έγινε τυραννική και τώρα που φεύγεις κι εσύ μετανιώνω.
Αν έστρεφα τούτο το μαχαίρι στο στήθος μου και ξερίζωνα την καρδιά μου, εκείνο που θα ‘λεγε πριν σβήσει είναι το: «Πόσο πολύ σας αγαπώ!».
Ποτέ μου δεν έκλεισα ήρεμος τα μάτια. Πάντα ο ύπνος με ‘παιρνε σκεπτόμενο. Πώς να ησυχάσει η ψυχή όταν υπάρχουν καρφιά και την πληγώνουν;
Τις προάλλες κάθισα στο καφενεδάκι του χωριού και με πλευρίσανε κάτι σερνικά. Μου γλυκομιλούσαν και δως μου κέρασμα … και ξανά κέρασμα…Τότε ένας φόβος μου κυρίεψε την ψυχή. Πώς να σε προφυλάξω από τα αχόρταγα βλέμματά τους; Να μείνεις ακέραια, ανέγγιχτη και ταπεινή. Μόνο τούτο ήθελα. Έπλασα την ψυχή σου και ξέρω να την αναγνωρίζω. Ξέρω τι σκέφτεσαι, το βλέπω γραμμένο στα μάτια σου. Η ψυχή σου προέκταση της δικής μου ψυχής, μιας ψυχής περήφανης και ταυτοχρόνως ταπεινής. Αυτή την ταπεινότητα θέλω να κρατήσεις και να είσαι περήφανη για τις αξίες που σου έχω δοσμένες.
Ο καρπός της μνημοσύνης

Η σεμνότητα παιδί μου είναι η ασπίδα στο ακάθαρτο βλέμμα!
Γνωρίζω πως ο σπόρος που έριξα δεν είναι σπόρος χαμένος. Είναι σπόρος που δυναμώνει τη ζωή. Αν και σας έδωσα ζωή, ξέρω πως ανήκετε σε αυτήν. Διάλεξα ό,τι πολυτιμότερο είχα και σας ζύμωσα με αγάπη. Έπιασα τα χρώματα της αυγής και ζωγράφισα τον ήλιο στο πρόσωπό σας. Τραγούδησα στα αυτιά σας αγγελικές μελωδίες για να μην γίνετε παραφωνία της φύσης. Ό,τι περνούσε από τα χέρια μου και την ψυχή μου σας το έδωσα και τώρα ταλαντεύομαι ανάμεσα στη λύπη και τη χαρά. Λύπη που θα μείνουμε μόνοι και χαρά επειδή προσπαθείς να κάνεις πράξη τα όνειρά σου».
Το βλέμμα του λυπηρό κι αμήχανο σαν να ‘χε τελειώσει αυτά που είχε να πει στην κόρη. Μα ξαφνικά βάζοντας το χέρι στο ζωνάρι του, βγάζει το μαχαίρι απ’ το θηκάρι του και αρχίζει ξανά. Τα λόγια του τρέχουν ορμητικό ποτάμι από τα χείλη του.
«Τούτο το μαχαίρι είναι ο σωτήρας μου. Φυλάει τις έρημες έγνοιες μου και μου σκοτώνει πολλές φορές τον φόβο. Θέλω να μείνει αμόλυντο, να μην ματώσει από ανθρώπινο αίμα. Είναι ταγμένο να ξεριζώσει κάθε ανυπόταχτη καρδιά, την καρδιά εκείνη που δεν έχει μπέσα. Αν ξεστρατίσεις απ’ την στράτα που σου χάραξα, σαν σαύρα σερνόμενος θα βρω το δρόμο για να στην ξεριζώσω. Σαν φύλλο τρεμάμενο πάνω σε τούτη την κόψη θα σπαρταρά μέχρι να ξεψυχήσει. Είναι περήφανο μαχαίρι και το φέρνω πάντα κοντά μου. Ακόμη και τα βράδια στον ύπνο μου το ‘χω κάτω απ’ το προσκέφαλό μου. Εκείνες τις ώρες κλαδεύω τους εφιάλτες μου και τους ξορκίζω. Αυτό το μαχαίρι θα με προστατέψει απ’ την ντροπή.
Προχθές κάρφωσα στο κεφάλι έναν όφη. Την ώρα που φύλαγα το κοπάδι τυλίχτηκε υπόγεια στα ξεροκάλαμά μου και ήταν έτοιμος να χύσει το δηλητήριό του. Αν δεν ήμουν προσεχτικός και προνοητικός φαντάζεσαι τι μπορεί να μου είχε συμβεί; Θα είχε χύσει πάνω μου όλο του το φαρμάκι αν δεν προλάβαινα και δεν τον κάρφωνα κάτω στη γη.
Η σκέψη μου φτάνει πάντα μακρύτερα από ‘κει που θωρούν τα μάτια μου και τα μάτια μου θωρούν περισσότερα απ’ όσα σκεπάζει το σκοτάδι.
Ο Θεός μου ‘βαλε μυστικά ένα μεγάλο μάτι στην ψυχή, να μπορώ να βλέπω ό,τι οι άλλοι δεν μπορούν να δουν. Έτσι διαβάζω τις ψυχές τους σαν ανοιχτό βιβλίο. Εσύ μπορεί να ‘μαθες να διαβάζεις καλύτερα από μένα... αλλά η μελέτη και οι φιλολογίες δεν είναι το παν στη ζωή, όταν σου λείπει εκείνο το κρυφό μάτι της ψυχής. Οι γνώσεις είναι το πρώτο σκαλοπάτι και θα ακολουθούν συνεχώς μπροστά σου χιλιάδες. Θα γνωρίσεις το καθένα διαβαίνοντας το, θα τα σμιλεύει το δάκρυ σου, ο πόνος και ο αναστεναγμός σου. Μέχρι το ψηλότερο σκαλοπάτι, εκεί θα ακουστεί ο ήχος του δυνατότερου αναστεναγμού, επειδή η ψυχή του ανθρώπου θέλει πάντα να φτάνει μακρύτερα».
Αυτά είπε και κουρασμένος ακούμπησε τους ώμους του στο πεζουλάκι δίπλα στο παραγώνι......


Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου