Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη, ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Εκδόσεις Ωρίωνας ( σελ. 95 - 96)


                                



v.                                    


Μες απ’ το άπειρο ξεπρόβαλε το πρόσωπό σου
σαν φωτοστέφανο ουρανού.
Στα πόδια σου ποτάμια ορμητικά τα σύννεφα,
σε σήκωναν σαν πούπουλο.
Η ομίχλη γλιστρούσε στο κορμί σου,
σχηματίζοντας φευγαλέες εικόνες.
Έστρεψες τα μάτια σου στους ουρανούς και του μίλησες:

«Ποτάμια  το αίμα στη γη
και το δάκρυ θάλασσες.
Ο θρήνος των ανθρώπων ανέβηκε στους ουρανούς
και μια αγαπημένη εύχεται ο θρήνος να κοπάσει.
Ασίγαστος ο πόνος κυλάει
κι ο ύπνος, ύπνο δεν έχει.
Έσβησε με της αγρύπνιας τον καημό!
Ομίχλη έγιναν οι προσευχές και τα τάματα.
Kουράστηκαν οι άγγελοι να είναι φορτωμένοι
με λόγια κι αέρα κοπανημένο.
Και μια αγαπημένη,
τραγούδι μου στέλνει από της φυλακής της τα δεσμά.
Να σπάσουν οι κλειδωνιές
κι ελεύθερη να μείνει  προσμένει,
τα ανείδωτα να δει.
Θεοί του στερεώματος!
Η αγαπημένη μου περιμένει…
Φευγαλέα εικόνα η μορφή της,
σε γη κι ουρανό».

Η φωνή σου κύλησε στο στερέωμα.
Πέρασε κάμπους και βουνά
και σαν κεραυνός έπεσε στη γη.
Σε μια έρημη γη!
Ο άνεμος πήρε τα λόγια σου,
τα σήκωσε ψηλά σαν φυλλαράκια κιτρινισμένα.
Κι εγώ φυλακισμένη,
προσπαθούσα να ανοίξω την καγκελόπορτα της φυλακής
κι απ’ τα σκοτάδια μου
το φωτοστέφανό σου  να αντικρίσω.
Έμεινα κλειδωμένη,
περιμένοντας τα σύννεφα
να σηκώσουν ψηλά την φυλακή μου.
Τα σίδερα που είμαι δεμένη, βαριά.
Έμεινα με την αγωνία της προσμονής.
Ξύπνησα!..
Ήταν όνειρο.

(Από την ενότητα : Ήταν όνειρο) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου