Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

«ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ» ένα διήγημα του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου

imagesLT3MDWD1
 «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ» 

Δροσοσταλιές στο μάγουλο. Από πιο φύλλο πρωινού ονειρεμένου τις δανείστηκες; Της λεύκας φύλλο είναι αυτό ή  της Ιτιάς το χιλιοτραγουδημένο;  Στο δάσος  τι γυρεύεις; Ψυχής ανάσα να πάρεις, έ; Tου έλατου το χέρι να σφίξεις, να του πεις καλημέρα κι ένα ευχαριστώ για όσες ανάσες σου προσφέρει έ;Τα χείλη σου γιατί μουρμούρισμα άρχισαν, και κάτι σαν κλάμα ή τραγούδι… να ξεχωρίσω δεν μπορώ. Φτερούγισμα πουλιού. Bλέπω να σε ξαφνιάζει πουλί ήταν;  Κότσυφας μαυρουδερός ή Λουβαράκι γαλαζοκίτρινο; Φαντάζομαι  και μόνο απ το πέταμά του εσύ θα κατάλαβες. Χαρά που σου έδωσε…!
Καλή η κουβεντούλα μας  έ; Χρόνια πολλά είχαμε να ειδωθούμε. Με θυμάσαι;
-Όχι ακριβώς, αλλά προσπαθώ να θυμηθώ, ωστόσο, ξένος νιώθω για σένα, για τους γύρω μου, για όλους. Μόνο αυτά τα ελάτια απόμειναν γνωστά μου, αν και κάπως  γερασμένα τα βλέπω. Ναι σίγουρα τα γνώρισα  και θαρρώ πως κι αυτά με γνώρισαν.
-Και τι τώρα ψάχνεις να βρεις; Σε κοιτώ πως μ αγωνία για κάτι ψάχνεις.. .Τι το σημαντικό αυτή σου η αναζήτηση, θαρρώ πως άδικα δεν ψάχνεις.
-Τα μονοπάτια … Τα μονοπάτια… Που είναι τα μονοπάτια… Αυτά ψάχνω για ναύρω. Για κάθε μου βήμα ανασκαλεύω της μνήμης τα συρτάρια, τα κλειδιά όμως τα κρατεί στα χέρια του το δάσος.  Μόνο αυτό μπορεί  ν ανοίξει το συρτάρι, να βρει της μνήμης το βιβλίο να μου το φανερώσει. Μα, να… μόλις τώρα ανακάλυψα την μεγάλη άσπρη πέτρα… Ξέρω πως δίπλα της περνούσε το μονοπάτι. Σ αυτή την πέτρα πάντα σταματούσα να πάρω μια ανάσα να ξεκουραστώ  γιατί ο δρόμος  ήτανε μακρύς ακόμη. Κ ι άν κάποτε τον χειμώνα με πρόφταινε το σκοτάδι, ω πως λιχμίζαν τα πουλιά στα δέντρα, λές κι προαισθανόσουν πως κάποιο κακό θα συμβεί! Τους τα χάλαγε όμως το αηδονάκι που ξεχνιόσουν θελημένα για ν ακούσεις το τραγούδι του που διαπερνούσε την ψυχή σου και σε μάγευε, να μη θες να πας πουθενά. Να μη θές… Τόση τρυφεράδα σκορπούσε, τόσο  λάγγεμα  που να τρέμει το μυροκάρδι σου   μήπως κι αυτό το τραγούδι  σταματήσει και σ αφήσει μόνο σου να περιπλανιέσαι στις σκιές του δάσους, την νύχτα.
-Δροσοσταλιές στο μάγουλό σου. Γιατί αφήνεις τα φὐλλα να σε κτυπούν κατάμουτρα; Θα έχεις το σκοπό σου γι αυτό… Τι νιώθεις  καθώς δροσοσταλιές  κυλούν στο προσωπό σου. Και τι δεν θα ένιωθες άν δεν σ άγγιζαν τα φύλλα, τι δεν θα ένιωθες;
-Και τώρα  πρέπει ν απαντήσω και στα δυο, σε ποιόν όμως; Στον ίδιο τον εαυτό μου… Στην ίδια την φαντασία μου… Άλλος κανείς σιμά μου, δεν υπάρχει. Μα θα απαντήσω, έτσι απλά, με λίγα μόνο λόγια. Κάτι σαν εξομολόγηση και για τελευταία φορά.
Ναι, νιώθω κάτι σπάνιο ν αγγίζει το πρόσωπό μου, να με αιφνιδιάζει, να μ αγκαλιάζει, κάτι σαν γυναίκας φιλί …κάτι σαν θερμο-παρακάλεμα…
-Μη φεύγεις… μη με εγκαταλείπεις!
«Πως μπόρεσα και πρόδωσα μια αγάπη που ορκιζόμουνα στο όνομά της!»
Τώρα ξέρεις τι δεν θάνιωθα άν δεν με άγγιζαν τα δροσόφυλλα.  Θα ‘ταν πως κάτι θα είχε πεθάνει. Αυτά ή εγώ. Κι οι δροσοσταλιές δάκρυα χαράς, που ένωναν με τα δικά μου δάκρυα κι έσταζαν μαζί στο χώμα.. Το μονοπάτι ψάχνω να βρω… να δικαιωθεί η επιστροφή μου, να ‘χω στο καφενείο κάτι να πώ. Γιατί αυτό το μονοπάτι το ‘ξεραν κι άλλοι, μα έπρεπε πρώτα να τα ξαναθυμηθώ όλα. Για να μην είμαι ξένος  στον τόπο που γεννήθηκα.
Ομολογώ  άργησα να επιστρέψω. Πάντως το μονοπάτι το βρήκα. Φυτρωμένο αγριωπό, μα το βρήκα. Τώρα μπορώ να λέω κάτι. Η λευκή πέτρα ήταν εκεί. Ενα παλιό ξεθωργιαμένο σκοινί κρεμασμένο απ ένα πλατἀνι  που κάναμε κούνια, ήταν εκεί, κι ο πάσσαλος με το ντενεκεδάκι  που παίζαμε σημάδι  ήταν εκεί,  παρατημένος, ξεχασμένος μα ήταν εκεί. Ήρθε και το αηδονάκι, κι αυτό ήταν εκεί. Μόνο τα νιάτα έλειπαν. Είχαν κι  αυτά πάρει τη θέση τους στα συρτάρια της μνήμης. Κι όλα μαζί στριμωγμένα στο τσουβάλι τα ‘σερνε ο χρόνος.  Πατρίδα γύρισα. Είμαι εδώ κοντά σου, κερνάω ούζο, στο καφενείο της γειτονιάς!

 Γεράσιμος Μ. Λυμπεράτος

https://vrysoulesgnosis.wordpress.com/

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου