Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

«…ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ μα ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ!», ένα διήγημα του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου

122648-assets_large_t_942_43504268


 «…ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ μα ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ!»

(Β΄ Βραβείο λογοτεχνικού διαγωνισμού πεζού, του Ελληνο-Αυστραλιανού πολιτιστικού συνδέσμου Μελβούρνης 2016).

Φθινόπωρο, και στο φύσημα τ’ αγέρα, στους ταπεινούς δρόμους της φτώχιας, τα φύλλα των δέντρων ζούσαν τις συνέπειες των μεταμορφώσεων του θανάτου.. Εκεί κάποιες καρδιές κτυπούσαν  ανήσυχα κι’ ένα φως την νύχτα μαρτυρούσε μια καταιγίδα  που απειλούσε. Στο  ταπεινό-σπίτι  που μέναν άνθρωποι επικρατούσε εκνευρισμός. Βήματα πέρα – δώθε, Θόρυβος. Τα μέτρα ήρθαν με τον παραλογισμό των κρατούντων, με μια μπουλντόζα να σταματά λίγα μόνο μέτρα πιο κεί.
-Τι ζητάτε εδώ; Tι θέλετε να πάρετε από την δυστυχία;
Τίποτε αξίας αντικείμενα δεν υπήρχαν εκεί. Μετρημένα καθίσματα, ένα τραπέζι που έτριζε, κάποια ράφια του παλιού καιρού, 4-5 στριμωγμένα κρεβάτια και άλλοι τόσοι  άνθρωποι.
Την άλλη μέρα, λίγο πριν το σούρουπο, κάποια στιγμή: «Οι μελλοθάνατοι τοίχοι σας χαιρετούν!»
Η μπουλντόζα ανάβει. Θα απομείνει στο τέλος η σπιθαμή γής για τον πλειστηριασμό.
 Άστατος ο καιρός.  Ξανοίγουν – σκοτεινιάζουν, οι ουρανοί.  Ο κόκκινος ήλιος προσπαθεί να φτιάσει το βασίλεμα, παλεύοντας  με  νέφη τέρατα.  Κάποιο πρώτο αστέρι πήγε να φανεί στον ουρανό, μα το έπνιξε ο συρφετός  των  σύννεφων. Σε λίγο το σκοτάδι εξαφανίζει ηλιοβασιλέματα , σούρουπα, δημιουργώντας μια εκρηκτική κατάσταση  από αστραπόβροντα βροχή κι  αστροπελέκια, λαμπαδιάζοντας  ένα δέντρο στη άκρη της φτωχογειτονιάς, ενώ κατολισθήσεις  κλείνουν δρόμους μονοπάτια, δημιουργούν χειμάρρους και πλημμύρες.
Μες σ’ αυτό το μακελειό του Φθινοπώρου, που η βροχή έδερνε αλύπητα τους γυμνούς κορμούς των δέντρων, κραυγές, σκουξίματα πουλιών, αλλά κα δύστυχων ανθρώπων  συνόδευαν  την νύχτα   ως το πρωί.  Ανάστατη  η καρδιά. Προσπαθεί ν αφουγκραστεί τους κτύπους της. Μια λεύκα έξω από το ετοιμόρροπο σπίτι κλαίει τη γύμνια της κι ένας ευκάλυπτος  παράπερα γελά μαζί της.
Πυρακτωμένη αναμονή. Η Βροχή σταματάει. Η μπουλτόζα μουγκρίζει.
-Μη μηη το κάνετε αυτό !
Η σκέψη πετάει στα απρόσμενα. Στις μικρές αγγελίες:  «ζητούνται παγκάκια.» «νοικιάζονται παγκάκια» «πωλούνται παγκάκια» Μα βρέχει, βρέχει γιατί είναι  φθινόπωρο.
Έντυσε η μέρα την μοναξιά της στα μαύρα. Ε, και…
-Όχι χρόνε δεν το κουνάω από δω.!
Να ‘το,  κάποιος ανεστήθει, κάποιος  αντιστέκεται στο χρόνο, λίγα μόνο λεπτά απόμειναν. Ποιος τον χρόνο μπορεί να νικήσει;
Μια πολύχρωμη πεταλουδίτσα μες από το κουκούλι της ξεπρόβαλε αναπάντεχα να δώσει το δικό της στίγμα σε ένα γκρίζο αφιλόξενο ουρανό. Τι την ξεγέλασε;  Ποιες κορφές βουνών της χαμογελούνε; Ποια γυμνά δάση την προβάλλουν στο φως; Ποιο βουητό μέλισσας την τρομάζει; Ποια γαβγίσματα τετράποδου εξωθούν την μπουλντόζα από την επιθανάτια κίνησή της;
Τα παράθυρα γειτόνων ανοίγουν και το συγκεντρωμένο πλήθος φράζει το δρόμο στην μπουλντόζα.  -Θα σε νικήσω χρόνε!
Όνειρο λαβωμένο , μα όνειρο!
Κλάμα βροχής , μα βροχή!
Ετοιμόρροπο σπίτι , μα σπίτι!
Τι απόμεινε;
Το φθινόπωρο, μα φθινόπωρο!
 Μια χαραμάδα στο παράθυρο, άφησε το φως της μέρας να πέσει στο πρόσωπο του Παππού.  Ξύπνησε περίεργα και μαζί του τα παιδιά κι’ ο εγγονός. Σηκώθηκαν  προσεκτικά , άνοιξαν το παραθύρι, μπήκε τσουχτερό αεράκι. Έξω η  μπουλντόζα έλειπε. Στην πόρτα του σπιτιού ένα σημείωμα τους ειδοποιούσε πως η κατεδάφιση –για πολλοστή φορά- ανεβλήθη.  Ανάσαναν. Ο ύπνος τους τόσο βαθύς ως το πρωί που ούτε πήραν χαμπάρι πότε έφυγε η μπουλντόζα. Κοίταξαν τον ουρανό. Κάποιες ακτίνες του ηλίου φώτισαν την μέρα. Ως πότε όμως; To φθινόπωρο είναι τόσο εύθραυστο κι οι ανάσες βάραιναν κάθε στιγμή από τα μέτρα των κρατούντων.

Γεράσιμος Μ. Λυμπεράτος 

https://vrysoulesgnosis.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου