Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

«ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ…» απόσπασμα από την νουβέλα: «Στην κατακόμβη της σαρκός» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη




Αποτέλεσμα εικόνας για θάνατος

«ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ…» απόσπασμα από την νουβέλα:

«Στην κατακόμβη της σαρκός» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη



Φτερό η ψυχή της, τρεμόπαιζε στον άνεμο κι  έκανε αέναους κύκλους πάνω απ’ το στρώμα της. Πέντε ολόκληρα χρόνια πάλευε μόνη, μα ένα Αόρατο χέρι τη βαστούσε μη πέσει και καεί στης κόλασης το καμίνι.
Στο τέλος ένιωθε πως χανόταν, πως κάποιος της χτυπούσε την πόρτα, πως την καλούσε να φύγουνε…
Λάμψεις άστραφταν στο ασπράδι των ματιών της κι οι κόρες συστέλλονταν και διαστέλλονταν. Κουράστηκε το σώμα, έπεσε σε λήθαργο. Παραμιλούσε.
Χθες, ο Αγέρας της χτύπησε για πολλοστή φορά την πόρτα. Εκείνη  έπρεπε να κάνει ακόμη μια παραπανίσια προσπάθεια, να δοκιμάσει μονάχη το πέρασμα των συμπληγάδων. Ήταν η τελευταία ευκαιρία να κρατηθεί στη ζωή.
«Τοκ! Τοκ! Ήρθα να σε πάρω να φύγουμε!» της είπε.
Εκείνη, ταράχτηκε, προσπάθησε  να αντισταθεί.
«Δεν είμαι έτοιμη, Αγέρα μου,  δεν είμαι έτοιμη, πρέπει να ετοιμαστώ! 
Να βγάλω τη νυφική μου φορεσιά να τη φρεσκάρω∙ να γυαλίσω τα στολίδια  που μου χάρισες∙ χρόνια τα έχω φυλαγμένα στο σεντούκι με τη ναφθαλίνη..»
«Τοκ! Τοκ! Έλα που σου λέγω.. Έλα  να σε πάρω να φύγουμε!..»
Ολάκαιρο το σώμα της σπάραξε, έγινε μούσκεμα στον ιδρώτα.
«Κιτρίνισαν Αγέρα μου, κιτρίνισαν  και μαύρισαν. Έφυγε η μυρουδιά της νιότης. Μούχλα.. Μούχλα και δυσωδία…
Φύγε! Φύγε!  Να ξημερώσει η μέρα, να σουρθώ στο χώμα… να βγάλω το φιδοπουκάμισό μου.   Τόσα χρόνια σούρθηκα και δεν άλλαξε∙ κόλλησε στο κορμί μου σαν βδέλλα, στάλα στάλα ήπιε το αίμα μου κι έγινε ένα μαζί μου!»
Ο Αγέρας τη λυπήθηκε.
Στάθηκε για λίγο πάνω απ’ το κεφάλι της, της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Είναι άλουστα» του λέει, «μη τα πιάνεις! Θα λεκιάσεις τα χέρια σου».
«Άσπρο, λευκό μου πρόσωπο! Άσπρα λευκά μου μαλλιά!» άκουγε τον Αγέρα να της μιλά…
«Τούτα τα χέρια τα γνωρίζω, με έχουν μύριες φορές χαϊδεμένο…»
Ο Αγέρας δάκρυσε. Το δάκρυ του κύλησε, της ζέστανε το πρόσωπο.
«Άσπρα περιστέρια! Άσπρα περιστέρια, φτερουγίζουν πάνω στο κεφάλι μου!» του είπε κι έλαμψε ολάκερη.
«Είναι οι καλοσύνες σου, Καλή μου, που σε καληνυχτίζουνε…» της είπε ο Αγέρας φιλώντας της στο μέτωπο. «Είναι οι καλοσύνες σου! Άντε, τώρα, κοιμήσου…»
«Όχι! Όχι!» του λέει εκείνη. «Θέλω να χτενιστώ με άρωμα λεβάντας, να ευωδιάζει η κάμαρη την ώρα που θα φεύγουμε…»
«Ήρθα με τη δροσιά της άνοιξης» της απάντησε ο Αγέρας «πριν πιάσει καλοκαίρι κι η γης ξεράνει τους καρπούς. Έφερα και το γιο της Σελήνης να μας φωτίζει. Πιάσου απ’ τις φτερούγες μου πριν γιγαντώσουν και γίνουν Βοριάς…»
«Είν’   άπλυτα τα χέρια μου, Αγέρα μου, σκληρά και βρόμικα απ’ τον κασμά και τη σκυτάλη∙ πρέπει πρώτα να πλυθούν με ροδόνερο να χαιρετήσω τα παιδιά μου. Άσε με σε παρακαλώ να πλυθώ, να λουστώ, να χτενιστώ∙ να αφήσω και παραγγελιά  να ανοίξουν τα παραθύρια την αυγή, να μπει ο ήλιος να με κλάψει…»
Τοκ!... Τοκ!... το μόνιτορ χτυπούσε σαν επιθανάτιο κάλεσμα…  
«Νοτισμένο το στρώμα σου, Καλή μου, απ’ τα δικά σου δάκρυα και το δικό σου ιδρώτα, ποτέ πια δε θα ξανανιώσεις πόσο για σένα κλάψαμε».
Τοκ!.. Τοκ!... Οι  τελευταίες αναλαμπές της ζωής της…
Τοκ… Τοκ…
«Σήκω  να φύγουμε. Εκεί  που θα κρυφτούμε,  κανείς δε θα γνωρίσει τη γύμνια σου!!!!» της είπε για τελευταία φορά ο Αγέρας...  
Τοκ… Τοκ…. κι έσβησε ο τελευταίος ήχος, παίρνοντας μαζί του το κάλεσμα που της άφησε…

 Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου