Ταξιδιώτης ο άνθρωπος σε ένα Κοσμικό ταξίδι. Αστρική σκόνη που στροβιλίζεται και χορεύει στα ρεύματα και στις δίνες του Απείρου...
Δευτέρα 7 Μαΐου 2018
«ΜΝΗΜΟΝΙΚΟ» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη
![]() |
«Προσωπογραφία ανδρός»
Ελαιογραφία της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη |
ΜΝΗΜΟΝΙΚΟ
Πόσα αστέρια έλαμψαν επάνω στο κορμί σου
και πόσοι ήλιοι φώτισαν την αστρική μορφή
σου;
Πόσες μετάνοιες έκαναν τα λόγια τα μεγάλα
που σου ‘διναν τα πρωινά με μέλι και με
γάλα;
Πόσοι ήλιοι, πόσα άστρα, χτίζουν της ψυχής
τα κάστρα;
Πες μας τώρα άγγελε μου και δεν το ξεχνώ
ποτέ μου!
Πόσα φεγγάρια έσβησαν στα φωτεινά σου
μάτια;
Πόσες αυγούλες σου στειλαν ευχές και παρακάλια;
Μέσα στις στράτες του ουρανού όπου οι
ψυχές δειπνούνε
και μες σε θρόνο αθάνατο πάν’ να
ξεκουραστούνε;
Πες μας τώρα άγγελε μου και δεν το ξεχνώ
ποτέ μου.
Μια σου απάντηση προσμένω με την προσευχή
που στέλνω!
Πόσες φορές γαλήνεψες φουρτουνιασμένες σκέψεις
κι αποφορτίσθη ο λυγμός προτού καλά να
στέρξει,
μέσα στις φλέβες των ματιών όπου γεννούν
το δάκρυ
και σβήνουν τις καύτρες της φωτιάς για να
απομείνει η στάχτη;
Πόσοι ήλιοι, πόσα άστρα, κρούουν της ψυχής τα τάστα
μέσα στου ουρανού τις πύλες που έχει
ορθάνοιχτες τις θύρες;
Πες μας τώρα άγγελε μου και δεν το ξεχνώ
ποτέ μου!
25 Απριλίου 2012
«ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ» μια εικαστική δημιουργία της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη
Παρασκευή 27 Απριλίου 2018
«ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ» στίχοι της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη

ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ
Χαϊδεύει ο ήλιος τη χαρά στης θάλασσας την άκρη
και μια ξανθή μπουγαρινιά κλαίει για μια αγάπη.
Φορεί αλμύρα στα μαλλιά στα στήθη βοτσαλάκια
άστρα κρατεί στα χέρια της και μενταγιόν τα κάστρα.
Κύμα – κύμα, άκρη – άκρη, ψάχνει να ‘βρει την αγάπη
την επήρε η αλμύρα για της Κίρκης την πατρίδα.
Την πήρε και ταξίδεψε νύχτα χωρίς φεγγάρι
με μια μαούνα αλαργινή που ‘χε αργυρό πανάκι.
Άκρη - άκρη, κύμα - κύμα, ταξιδεύουν δίχως σήμα
τον πλανεύει, τον παιδεύει και το μπουγαρίνι κλαίει.
Φορτώνει το πείσμα γιασεμιά, το δάκρυ καράβι με πανιά∙
βγαίνει μ’ ήλιο, βγαίνει μ’
άστρα, προσπερνάει όλα τα κάστρα.
Άκρη - άκρη, κύμα - κύμα, ντάμα κάνει την αλμύρα
με τον ήλιο και με τ’ άστρα φτιάχνοντας αγάπης κάστρα.
Άστρα, κύμα και φεγγάρι τσάρκα βγαίνουν σε ακρογιάλι
πλοίο βρίσκουν και σελώνουν με έρωτα το αρματώνουν.
Άκρη - άκρη, βήμα - βήμα, δίχτυα ρίχνουνε στο κύμα
φίλη λένε πως την έχουν και δική τους την κατέχουν.
Πούλιες, πέρλες της φορούνε κι όλοι την περιφρονούνε…
Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη
Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη
Κυριακή 15 Απριλίου 2018
ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΚΑΤΙ Του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου – Σύδνεϊ
![]() |
ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΚΑΤΙ
(Του Γεράσιμου Μ. Λυμπεράτου – Σύδνεϊ)
Περίμενε στο σκοτάδι της νύχτας
παράπλευρα της εκκλησιάς
για ν’ ακούσει
το χαρμόσυνο ήχο της Αναστάσιμης καμπάνας.
Ήταν ένας άνθρωπος απελπισμένος,
θύμα του σκληρού καιρού του
και κάτι τον έσπρωχνε προς τα εκεί.
Ίσως η παιδική ανάμνηση,
οι κρότοι των βεγγαλικών,
το άναμα της Πασχαλιάτικης λαμπάδας.
Μπορεί ακόμα
και το ξανάναμα των αστεριών στα βάθη της ψυχής του.
Κι όταν επιτέλους
πολλές φορές η καμπάνα ήχησε «Χριστός Ανέστη»
αυτός δεν έφυγε, έμεινε εκεί για λίγο ακόμη.
Γιατί δεν άντεχε
τις σπάνιες αυτές στιγμές να τις χάσει,
όταν η καμπάνα θα σιγούσε.
Ξαναγύρισε σπίτι ωστόσο
κι άφησε την πόρτα της ψυχής του ανοιχτή
για να μπαινοβγαίνουν
οι ψαλμωδίες της Ανάστασης.
Χριστός Ανέστη… Αληθώς Ανέστη…
Ειρήνη, Αγάπη.
Και χάρηκε πολύ.
Πίστεψε πως η ανάσταση του Κυρίου
είχε νικήσει τον θάνατο κι η αγάπη
θα σηματοδοτούσε σοβαρές εξελίξεις
στους πολύπαθους ανθρώπους.
Κάποια στιγμή μάλιστα
είπε να πιει κρασί και να χορέψει,
όχι για άλλο λόγο αλλά γιατί τόχε δεδομένο
πως θα ξημέρωνε ένα«καλλίτερο αύριο».
Τίποτε από όλα αυτά όμως.
Με το χάραμα ξεχάστηκε το «Χριστός Ανέστη.»
Οι πολεμικές κραυγές ξανά και πάλι απειλητικές.
Κάπου κάποιοι
Στα βάθη του κόσμου αιμοραγούσαν
Κι άλλοι,
πέθαιναν από τις βόμβες των πολέμων.
Κάποιοι συνέχιζαν να σηκώνουν στους ώμους τους
τον σταυρό του μαρτυρίου
και το Αιγαίο αδιάκοπα
ξέβραζε πτώματα προσφύγων.
Αυτός ο Άνθρωπος περίμενε κάτι. Μα δεν ήρθε.
Κι ήταν σαν ο Χριστός να μη αναστήθηκε ποτέ!
(Σύδνεϊ 2016)
Γερ. Μ. Λυμπεράτος
|
Παρασκευή 13 Απριλίου 2018
«ΑΚΑΜΠΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη
| «ΛΙΒΑΔΙ» Μεικτή τεχνική της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη |
ΑΚΑΜΠΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ
Πάντα
μου αφήνεις φώτα ανοιχτά γιατί φοβάμαι το σκοτάδι.
Τις νύχτες κρατάς μια
χαραμάδα ανοιχτή. Ασημί δρόμο το φεγγάρι
να πάρει.
Στις γρίλιες να αφήσει ζωγραφιές. Οι σκιές να παίξουν στους τοίχους.
Δαντελωτό σεντόνι να κεντήσει η σελήνη
στην κρεβατοκάμαρα.
Να κλέψει κλωνάρι γιασεμιού να αρωματίσει τη σάλα.
Οι
φόβοι αυγαταίνουν σαν λείπεις.
Κλειδαμπαρώνω.
Όλα γύρω μουνταίνουν. Η
θάλασσα του νου ντύνεται γκρίζα.
Αγριεύει ο καιρός μέσα μου. Πιάνει χειμώνας
στην πολιτεία που ζω.
Τα
λόγια σου πάντα κρατάω ζεστά.
«Να φοβάσαι την ώρα την κακή, τους άδικους
ανθρώπους».
Βυθίζω την πένα του νου στη
μελάνη. Σε σκέπτομαι.
Ανάβω φωτιά να ζεσταθείς όταν γυρίσεις.
Παίζουν οι
φλόγες. Τραγουδούνε.
Σκαρφίζομαι ιστορίες παλιές και προσευχές κυκλώνουν την ψυχή μου:
Ευλογημένες
να σε βρίσκουν στιγμές. Κακότροπους ανθρώπους να αποφεύγεις.
Νερό να ρίχνεις
στην φωτιά του θυμού. Να χαμογελάς.
Να ξεσκίζεις τα μαύρα ενδύματα της πίκρας.
Λεπτές
να γίνονται οι αντιθέσεις της ζωής σαν τις κληματόβεργες που ξεφλούδιζες παιδί.
Κάτι
πρέπει να κάνω για σένα. Έχω χρέος. Δεν θέλω να μένεις παραπονούμενη.
Τόσα μου
έχεις προσφέρει. Όλα τα υπάρχοντα σου τα μοιράστηκες μαζί μου.
Αυτή τη ζωγραφιά
θα στη χαρίσω. Έχει κάτι από της νεότητας το άρωμα.
Θυμήθηκα
την κρυψώνα μας.
Πενήντα σκαλοπάτια κάτω απ’ τη γη ήταν το πρώτο μας λαγούμι.
Εκείνο το υπόγειο
στην Καραϊσκάκη οδηγούσε από το σκοτάδι στο φως.
Ψαχουλευτά ανεβαίναμε ένα ένα
τα σκαλοπάτια. Τα κορμιά μας μύριζαν
κλεισούρα.
Έξω άνθρωποι κολλαριστοί. Διαρκώς τρέχαμε να τους ξεπεράσουμε.
Αυστηρή
και άκαμπτη η προσπάθεια μας μέχρι να φτάσουμε ως εδώ.
Τίποτα
δεν χαρίστηκε ακαταπόνητα.
Προέκταση των
χεριών μας ήταν πάντα η θέληση για δημιουργία κι εργασία.
Ποτέ δεν
κάναμε ούτε ένα διάλειμμα. Φάρδαιναν με το ίδρος
τα οράματα της ζωής. Τροφοί ακούραστοι.
Το μέγιστο να ζήσουμε θαύμα της ολοκλήρωσης.
Τώρα
που ωρίμασε ο καιρός και τους καρπούς προσμέναμε να δράξουμε
ψαλίδισαν οι
κεραυνοί το απάνεμο της σιγουριάς.
Τέφρα
σκέπασε τις στέγες των σπιτιών μας.
Οι ψυχές μας μαύρισαν σαν τα πνευμόνια που
μόνο πίσσα ανασαίνουν κι η θάλασσα της
υπομονής ορφάνεψε από σφουγγάρια τα λάθη όσων έφταιξαν να σβήσουν…
Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
Στην πέτρα σκάλισα ένα ανθό
Στην πέτρα σκάλισα ένα ανθό με χρώματα απ' τον ουρανό κι άπλωσα πάνω στον λυγμό κλωνάρι από λεμονανθό. 13 /4/ 2018 Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

