ΔΑΙΜΟΝΙΟ ΠΑΘΟΣ
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
Ταξιδιώτης ο άνθρωπος σε ένα Κοσμικό ταξίδι. Αστρική σκόνη που στροβιλίζεται και χορεύει στα ρεύματα και στις δίνες του Απείρου...
ΔΑΙΜΟΝΙΟ ΠΑΘΟΣ
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Η πρώτη αχτίδα αγκάλιασε το υπέρλαμπρο οικοδόμημα. Άστραψε ο μαρμαρένιος σταυρός, ο χάλκινος τρούλος. Ξύπνησαν τ’ αγριοπερίστερα κι ο κότσυφας άρχισε να ερωτοτροπεί στη φυλλωσιά του φίκου. Μακριά ακούγεται το τρένο να φεύγει‧ να κουβαλάει όνειρα‧ να χαράζει διαδρομές‧ ν’ ανακατεύεται με φωνές και γέλια που γεμίζουν το λυκαυγές ως ευχαριστήρια δέηση ζωής, κι οι επιβάτες ονειρεύονται ταξίδια κάτω απ’ το σκέπαστρο των μελλούμενων καιρών.
Στο απέναντι πεζοδρόμιο ο σκουπιδιάρης γεμίζει κι αδειάζει το φαράσι του για ένα μεροκάματο. Τα χελιδόνια ψαλιδίζουν τον αέρα. Νότες χαράς πλημμυρίζουν το στερέωμα. Άνθισε κι ο κήπος της γειτόνισσας! Είμαι ευτυχισμένος.
Μπορώ να βλέπω, να ακούω, να οσφραίνομαι. Μπορώ να περπατώ ξυπόλυτος όπως και οι τσιγγάνοι στα αντίσκηνα που έστησαν προχθές στην Παραλία. Όλη τη νύχτα στέγνωναν τα κορμιά τους κάτω απ’ τ’ άστρα. Τα ρούχα τους μυρίζουν κάτι από αλμύρα. Τα ‘χουν πλυμένα με τον αφρό της θάλασσας. Στο κορμί τους έχει καθίσει αλισάχνη.
Η βουή μεγαλώνει. Όλο αυξάνει…
Σπιναρίσματα… Κορναρίσματα … Βιασύνη για όλους τους βιαστικούς…
Προσπερνούν ο ένας τον άλλο…. Προσπερνούν τη ζωή! Με ένα κλικ του διακόπτη κι όλα αλλάζουν. Η γάτα της γειτόνισσας ακριδολογάει τον κήπο. Χαίρομαι με την ευτυχία της!
Είμαι ευλογημένος! Συνωμότησα με τον χρόνο. Ολονυχτία έκανα μαζί του τοποθετώντας τις φτερούγες μου στο γύψο‧ να δέσει η Υπομονή κι η Αντοχή στη διαδρομή της μέρας. Να βγω στο ξέφωτο. Εκεί που οι δυνατοί ταράσσουν των μελλοθανάτων την αδράνεια και τους επαναφέρουν στην δράση.
Πάνω, ψηλά στον ουρανό, ένα αεροπλάνο κάνει υπερατλαντικό ταξίδι. Ταξιδεύω μαζί του νοερά, για την γη της Επαγγελίας‧ να συντάξω με ευλογιστία τη διαθήκη μου τώρα που η ζέση του Ήλιου ζέστανε την ψυχή μου.
Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021
Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
| William Logsdail - Picking Flowers in an Orange Grove |
Περνώ και ξαναπερνώ από τα ίδια μέρη. Σαν κάτι να ξέχασα… Σαν κάτι να άφησα… Σαν κάτι να θέλω να πάρω… Είναι, μάλλον, που ανθίσαν οι κιτρολεμονιές στα περιβόλια‧ που ψήλωσαν τα στάχια στα καρποχώραφα‧ που περιμένω να τρυγήσω πετροκέρασα φιλιώνοντας με το χρόνο.
Κάνω ειρήνη με το χρόνο. Να αφήσει να δέσουνε καρπό οι κιτρολεμονιές να φτιάξω γλυκό στις πίκρες‧ να μπει Θεριστής κι Αλωνάρης‧ να θερίσω, να αλωνίσω, να θηκιάσω το σπόρο‧ να μπουκώσω ψωμί τη ζωή ‧ να παλέψω μαζί της για τις μέρες που δεν θα υπάρχω... τότε που κανείς πια δεν θα μ’ αναζητάει...
Αυτοί που θα υπάρξουν δεν θα δουν, ποτέ, την εικόνα μου. Θα έχω φάει τα ψωμιά μου κι οι πίκρες θα ‘χουν ζάχαρο απ’ τα πολλά σιρόπια… Θα ‘ναι οι δρόμοι μου κλειστοί‧ πνιγμένοι στην ομίχλη. Τα μάτια μου ανοικτά μέσα σε άδειες κόγχες θα δροσίζονται με δάκρυα ουράνια.
Θα ‘χουν σωπάσει οι κραυγές που άφησα πίσω: βουτηγμένες στη μέριμνα της Αιώνιας Σιωπής θα ημερεύουν. Η ψυχή μου ανάλαφρη θ’ ανεβαίνει ψηλότερα απ’ του Γολγοθά την κορφή και θα κοιτάζει πίσω, τα έγκατα της γης να κοχλάζουν, να βγάζουν λάβα‧ χωρίς να φοβάται τον παφλασμό της Ανάγκης‧ χωρίς να τρέμει το τσάκισμα των κοκάλων μου, μήτε το γαύγισμα του Κέρβερου…
Θα έχω το στόμα σφαλιστό, τους μαστούς της Εκάτης θηλάζοντας. Χωρίς νοσταλγία το φως του Ήλιου θα λούζομαι...
Για να πιάσεις την οδό Παραδείσου, πρέπει πρώτα να περάσεις από τη λεωφόρο της Κολάσεως.